Του Νίκου Ρουσάνογλου
Πέριξ του 4%-5% κινούνται φέτος οι μέσες αποδόσεις κατοικιών που διατίθενται προς ενοικίαση, με το κέντρο της Αθήνας, τα δυτικά και τα ανατολικά προάστια της Αττικής, όπως επίσης και μερικά επιλεγμένα σημεία του Πειραιά, να ξεχωρίζουν στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Αντίστοιχα, στην υπόλοιπη χώρα, η πόλη της Λάρισας προσφέρει απόδοση 7%, ο Βόλος 6%, η Πάτρα 5,9% και το Ηράκλειο της Κρήτης 5,5%, όπως και τα Ιωάννινα. Όσον αφορά την Θεσσαλονίκη, το σχετικό ποσοστό της ετήσιας μικτής απόδοσης δεν ξεπερνά το 4,3%. Όπως φαίνεται όμως, οι πολεις της Περιφέρειας επιτρέπουν υψηλότερες μέσες αποδόσεις, σε σχέση με τα δύο μεγάλα αστικά κέντρα, όπου η μεγάλη αύξηση των τιμών πώλησης τα τελευταία χρόνια, έχει περιορίσει τις αποδόσεις. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα ενοίκια δεν έχουν ακολουθήσει τον ίδιο ρυθμό ανόδου, παρότι και αυτά είναι ιδιαίτερα υψηλά, σε σχέση με πριν από μερικά χρόνια.
Τα παραπάνω στοιχεία προκύπτουν από έρευνα που υλοποίησε η ReDataset, του ομίλου Resolute. Με βάση αυτή, η υψηλότερη απόδοση στην Αττική εντοπίζεται με 7,1% στην περιοχή της Αγίας Βαρβάρας, η οποία όμως δεν ενδιαφέρει επενδυτικά. Στον αντίποδα, μόλις 3,2% είναι η απόδοση στην περιοχή Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης, όπου το υψηλό κόστος των κατοικιών είναι τέτοιο, ώστε ακόμα και τα υψηλά ενοίκια, δεν αρκούν για να λειτουργήσουν ως ισχυρό αντιστάθμισμα κι έτσι να αυξηθεί η απόδοση.
Αντιθέτως, το κέντρο της Αθήνας συνεχίζει να παρουσιάζει ενδιαφέρον, με την μέση απόδοση να διαμορφώνεται σε 5,4%, υπερβαίνοντας όλες τις υπόλοιπες περιοχές, πέριξ του κέντρου. Η Καισαριανή, με απόδοση 5% είναι αυτή που πλησιάζει περισσότερο. Στα νότια προάστια, όσο πλησιάζει κανείς προς το Ελληνικό, τόσο μειώνονται οι αποδόσεις των κατοικιών, κάτι αναμενόμενο, λόγω των υψηλότερων τιμών πώλησης. Έτσι, από το 4,8% ετήσιας απόδοσης που προσφέρεται στην Καλλιθέα, στη Γλυφάδα, το αντίστοιχο ποσοστό δεν ξεπερνά το 3,1%.
Αντιθέτως, πολύ μεγαλύτερη ομοιογένεια παρατηρείται στις επιμέρους περιοχές των βορείων προαστίων, παρότι το Χαλάνδρι ξεχωρίζει με προσφερόμενη απόδοση 4,7%. Ακολουθεί με 4,3% η περιοχή της Κηφισιάς και η Νέα Ιωνία. Αντιθέτως, την μικρότερη απόδοση με 3,8% παρουσιάζει η περιοχή του Αμαρουσίου, παρότι οι τιμές ενοικίασης είναι ιδιαίτερα υψηλές. Αυτό οφείλεται στο ότι η προσφορά αφορά κυρίως διαμερίσματα μεγάλων επιφανειών, όπου η απόδοση ανά τ.μ. είναι μικρότερη, σε σχέση με τα μικρότερα ακίνητα.
Στα δυτικά προάστια, οι δημοφιλέστερες περιοχές δεν προσφέρουν πολύ υψηλές αποδόσεις, καθώς π.χ. το Περιστέρι δεν ξεπερνά το 4,4%. Ενδιαφέρουσα περιοχή για τους επενδυτές είναι ίσως το Αιγάλεω με 5,7% και το Χαϊδάρι με 4,8%. Στον Πειραιά, οι πιο προσιτές περιοχές εμφανίζουν και το υψηλότερο επενδυτικό ενδιαφέρον, με την Δραπετσώνα και το Κερατσίνι, να εμφανίζουν από 5,1%, όπως επίσης και την Νίκαια και τον Αγ. Ιωάννη Ρέντη. Αντιθέτως, στον δήμο Πειραιά, η απόδοση διαμορφώνεται σε 4,7%.
Στην εκδήλωση "Ελλάδα 2026: Επιχειρείν, Ακίνητα, Επενδύσεις", που είχε διοργανώσει στις αρχές του 2026 ο επενδυτής και αναλυτής της αγοράς ακινήτων κ. Ηλίας Παπαγεωργιάδης, είχε επίσης προκύψει, αξιοποιώντας δεδομένα του Spitogatos.gr, ότι οι τιμές πώλησης από το 2019 μέχρι και το 2025, αυξήθηκε με ρυθμό που ήταν υψηλότερος σε σχέση με την αντίστοιχη άνοδο των ενοικίων. Έτσι, η επενδυτική απόδοση των κατοικιών διαγράφει φθίνουσα πορεία κατά την διάρκεια των τελευταίων ετών.
Ο δείκτης "Θερμόμετρο" της αγοράς ακινήτων, αξιοποιεί εκατομμύρια δεδομένα από την πλατφόρμα του Spitogatos και συγκεκριμένα την μέση τιμή πώλησης κι ενοικίασης ενός διαμερίσματος σε μια περιοχή και απαντά στο ερώτημα "με πόσα ενοίκια μπορώ να το αγοράσω"; Όσο περισσότερα τα ενοίκια, τόσο χαμηλότερη η απόδοση της επένδυσης, επομένως τόσο πιο υψηλό θα είναι το "θερμόμετρο" στην περιοχή αυτή, ενώ όσο λιγότερα τα ενοίκια, τόσο πιο χαμηλά διαμορφώνεται. Για όποιον προσεγγίζει την αγορά κατοικίας με καθαρά επενδυτικά κριτήρια, θα πρέπει το θερμόμετρο της περιοχής που τον ενδιαφέρει να είναι όσο το δυνατόν χαμηλότερο, καθώς τότε θα επιτρέπει και υψηλότερη απόδοση.
Στο πλαίσιο αυτό, μεταξύ των συμπερασμάτων της ανάλυσης ήταν ότι το κέντρο της Αθήνας, συνεχίζει να αποτελεί ελκυστική επενδυτική επιλογή, σε σχέση με άλλα σημεία της Αττικής, παρότι η απόδοση σε σχέση με το 2019, είναι πλέον χαμηλότερη. Ειδικότερα, κατά μέσο όρο, στο κέντρο απαιτούνταν 161 μηνιαία ενοίκια για την αγορά κατοικίας το 2019, κάτι που εξασφάλιζε στον επενδυτή απόδοση λίγο χαμηλότερη του 8%. Σήμερα, χρειάζονται 212 μηνιαία ενοίκια, που μεταφράζεται σε ετήσια απόδοση κάτω του 6%. Παρόλα αυτά, συνολικά αποτελεί την ελκυστικότερη περιοχή, καθώς π.χ. στα βόρεια προάστια χρειάζονται πλέον 288 ενοίκια, στα νότια προάστια 311 ενοίκια, στα δυτικά 238 ενοίκια, στα ανατολικά προάστια 256 ενοίκια, στον Πειραιά 242 ενοίκια και στο υπόλοιπο Αττικής 221 ενοίκια.
Πηγή: capital.gr

