Του Τάσου Δασόπουλου
Διπλές πιέσεις οι οποίες θα ενταθούν φέρνει για την Ευρωζώνη κάθε όξυνση της έντασης στη Μέση Ανατολή, η οποία αυξάνει τις τιμές των καυσίμων, τις αποδόσεις των ευρωπαϊκών ομολόγων, ενώ μειώνει την ισοτιμία του ευρώ έναντι του δολαρίου.
Οι αγορές υιοθετούν το σενάριο μιας ΕΕ η οποία βρίσκεται σε σχετικά μειονεκτική θέση, αφού δεν έχει ενεργειακή αυτονομία άρα επηρεάζεται αρνητικά από τις αυξήσεις των διεθνών τιμών της ενέργειας, ενώ παράλληλα βρίσκεται σε συνεχή οικονομική επιβράδυνση.
Όλα αυτά ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται λίγες μέρες πριν την πρώτη αύξηση των επιτοκίων του ευρώ η οποία γίνεται για να επανέλθει ο πληθωρισμός στο 2%, από το 3,2% που έφτασε τον Μάιο. Η αύξηση των επιτοκίων παρότι φιλοδοξεί να "σκληρύνει" το ευρώ, θα επιδεινώσει το ήδη κακό κλίμα εντός της ΕΕ. Το χειρότερο είναι ότι όλοι γνωρίζουν ότι η πρώτη αύξηση των επιτοκίων του ευρώ κατά 25 μονάδες βάσης δεν θα είναι και μοναδική. Οι αγορές έχουν ήδη αφομοιώσει ένα σενάριο δύο ή και τριών αυξήσεων των επιτοκίων μέχρι και το τέλος του χρόνου και έχουν ήδη πάρει θέση για να αντιδράσουν στην αγορά χρήματος.
Την ίδια ώρα, η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έχει θέσει ως άτυπο χρονικό όριο το μέσο του καλοκαιριού, πριν υιοθετήσει ένα χειρότερο σενάριο από το σημερινό για την ευρωπαϊκή οικονομία. Αυτό σημαίνει ότι μετά το τέλος του Ιουλίου, η Επιτροπή θα κινείται με βάση χειρότερες προβλέψεις για το 2026. Παράλληλα, από τα μέσα του καλοκαιριού, θα πρέπει να γίνουν οι κατάλληλες συμφωνίες για να γεμίσουν οι αποθήκες φυσικού αερίου της Βόρειας Ευρώπης ώστε να είναι όλα έτοιμα για τον επόμενο χειμώνα. Μπορεί οι τιμές να μην έχουν φτάσει τα επίπεδα που είχαν φτάσει το 2022, ωστόσο παραμένουν σταθερά αυξημένες κατά 25% έως και 30% πάνω από τα επίπεδα προ κρίσης. Αυτό σημαίνει νέα πίεση και για τους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών, αλλά και αυξημένο κόστος λειτουργίας για τις επιχειρήσεις της ΕΕ.
Η θέση της Ελλάδας
Όπως είναι φυσικό, η Αθήνα παρακολουθεί με προσοχή τις εξελίξεις ειδικά σε ό,τι αφορά στις τιμές των καυσίμων, όπου είναι και περισσότερη ευάλωτη η οικονομία.
Η ανησυχία, κατ αρχάς αφορά τον πληθωρισμό, καθώς οι διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου είναι αρκετά ψηλότερες από τις παραδοχές του προϋπολογισμού τον οποίον απειλούν να ανατρέψουν. Πιο σημαντικό όμως είναι αν τελικά οι τιμές των καυσίμων αναζωπυρώσουν τον πληθωρισμό σε τρόφιμα και υπηρεσίες, ανανεώνοντας έτσι τις ανάγκες για μέτρα στήριξης πριν τις εξαγγελίες τις ΔΕΘ. Κάτι τέτοιο δυνητικά μπορεί να μειώσει και το διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο για νέα μέτρα μόνιμου χαρακτήρα το 2027, κάτι το οποίο όλοι απεύχονται.
Ο δεύτερος, εξίσου σημαντικός, κίνδυνος είναι η επιδείνωση του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών λόγω των αυξημένων σε αξία εισαγωγών σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Προς το παρόν, όλοι παραδέχονται ότι τη Δευτέρα – όταν η κατάσταση στη Μέση Ανατολή οξύνθηκε και πάλι υπερβολικά – η άνοδος στις τιμές της ενέργειας ήταν σχετικά ήπια, δείγμα του ότι οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες έχουν βρει λύσεις και το κλείσιμο των στενών του Ορμούζ δεν έχει πια την επίδραση που είχε πριν από τρεις μήνες. Ωστόσο, η κρίση είναι πλέον αμφίβολο αν θα τελειώσει έως το τέλος του χρόνου, γεγονός που προοιωνίζει σοβαρές συνέπειες και για το 2027.
Πηγή: capital.gr

