Mε ιδιαίτερα αυστηρό τόνο παρεμβαίνει στο δημόσιο διάλογο η ΓΣΕΒΕΕ, εκφράζοντας τις έντονες επιφυλάξεις της για την πρόταση της καθιέρωσης 4ήμερης εργασίας.
Η Συνομοσπονδία θέτει στο επίκεντρο τις πραγματικές συνθήκες της ελληνικής οικονομίας και προειδοποιεί για τις συνέπειες που μπορεί να έχει μια τέτοια μεταρρύθμιση χωρίς επαρκή σχεδιασμό και συναίνεση.
Η αντίθεση της ΓΣΕΒΕΕ
Συγκεκριμένα, η ΓΣΕΒΕΕ επισημαίνει την ανάγκη για ρεαλισμό και σεβασμό στον ρόλο των κοινωνικών εταίρων, ασκώντας έντονη κριτική στην πρόταση για μείωση του εργάσιμου χρόνου μέσω της καθιέρωσης της 4ήμερης εργασίας (35ώρο).
Όπως τονίζεται, η συγκεκριμένη πρόταση είναι πρόχειρη, άκαιρη και ανορθολογική.
Ακατάλληλη η συγκυρία για αλλαγές στην αγορά εργασίας
Σύμφωνα με τη Συνομοσπονδία, η πρόταση κατατίθεται σε μια περίοδο κατά την οποία η αγορά εργασίας αντιμετωπίζει χιλιάδες κενές θέσεις, ενώ παράλληλα το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων αυξάνεται ραγδαία. Επιπλέον, υποβαθμίζεται ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων και η θεσμική τους αρμοδιότητα να ρυθμίζουν την αγορά εργασίας μέσω των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Η έλλειψη τεκμηρίωσης και διαβούλευσης
Η ΓΣΕΒΕΕ τονίζει ότι μια τέτοια πρόταση δεν μπορεί να τίθεται στον δημόσιο διάλογο χωρίς επαρκή τεκμηρίωση και χωρίς προηγούμενη διαβούλευση.
Όπως σημειώνεται, όποιος στηρίζει τον ρόλο των συλλογικών διαπραγματεύσεων δεν μπορεί να προωθεί μονομερώς τέτοιες αλλαγές.
Τι δείχνει η διεθνής εμπειρία
Σε επίπεδο συνολικής οικονομίας, η διεθνής εμπειρία υποδεικνύει ότι μέτρα μείωσης του χρόνου εργασίας σε περιόδους οικονομικής στασιμότητας ή χαμηλής ανάπτυξης, αλλά και σε συνθήκες έλλειψης εργατικού δυναμικού, επιβαρύνουν το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων και εντείνουν τις πιέσεις στην παραγωγική διαδικασία.
Ακόμη και στη Γαλλία που σχετική νομοθέτηση είναι σε ισχύ από το 2000, έχουν εισαχθεί τα τελευταία χρόνια, υπό το βάρος της στασιμότητας της γαλλικής οικονομίας, σειρά εξαιρέσεων που επιτρέπουν την αύξηση της εργασίας πέραν των 35 ωρών, αναφέρει η συνομοσπονδία.
Και προσθέτει ότι η οριζόντια εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου, τη δεδομένη στιγμή, συνεπάγεται αυξημένο κόστος και ανάγκη επιπλέον προσωπικού. Για την Ελλάδα, όπου οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν ήδη υψηλή φορολογική επιβάρυνση, εκτίναξη του λειτουργικού τους κόστους, σειρά άλλων βαρών και επιβαρύνσεων, σημαντική ψηφιακή και διοικητική γραφειοκρατία, περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και υψηλά επίπεδα υπερχρέωσης, σε συνδυασμό με την έλλειψη εργατικού δυναμικού, η συγκεκριμένη πρόταση καταδεικνύεται ως μη ρεαλιστική.
Όπως σημειώνεται, η αύξηση του λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων όταν δεν μπορεί να αναπληρωθεί μέσω αύξησης της παραγωγικότητας μετακυλίεται στις τιμές και στον καταναλωτή, ασκώντας παράλληλα άμεση πίεση στη βιωσιμότητα, ιδίως των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων.
Η ΓΣΕΒΕΕ καταλήγει ότι γίνεται κατά συνέπεια επιτακτική η ανάγκη για ρεαλισμό και σεβασμό στον ρόλο των κοινωνικών εταίρων.
Πηγή: Οικονομικός Ταχυδρόμος

