Το γιατί η σειρά γέννησης αφήνει ένα ανεξίτηλο σημάδι ανάμεσα στα αδέλφια ήταν για καιρό ένα μυστήριο για τους επιστήμονες. Τώρα υπάρχουν κάποιες απαντήσεις, που υποδεικνύουν τι μπορούν να κάνουν οι γονείς και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής για αυτό.
Τα μικρότερα αδέλφια απολαμβάνουν πραγματικά πλεονεκτήματα στη ζωή. Γεννιούνται από γονείς που είναι γενικά πιο εύποροι και πιο έμπειροι σε σύγκριση με την εποχή που ήρθε στον κόσμο το πρωτότοκο παιδί. Τα μεγαλύτερα αδέλφια μπορούν να λειτουργήσουν ως πρότυπα, μέντορες και παρακινητικοί ανταγωνιστές. Στις τάξεις των ελίτ αθλητών, μάλιστα, υπάρχουν πολύ περισσότερα μικρότερα αδέλφια σε σχέση με τα μεγαλύτερα.
«Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους τα δεύτερα παιδιά θα πρέπει να τα πάνε καλύτερα», δήλωσε στην Washington Post ο Joe Price, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Brigham Young της Γιούτα, ο οποίος έχει έναν γιο που κατατάσσεται δεύτερος στην πολιτεία στο επίπεδο της τάξης του, μετά από χρόνια ανταγωνισμού με τον μεγαλύτερο αδελφό του στο σκάκι.
Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν πως το να γεννιέσαι πρώτος είναι μια πολύ καλύτερη επιλογή στη ζωή. Μια εμβληματική μελέτη του 2005 διαπίστωσε ότι τα μικρότερα αδέλφια έχουν χειρότερα αποτελέσματα από τα πρωτότοκα όσον αφορά τα εισοδήματα κατά τη διάρκεια της ζωής, τις εκπαιδευτικές επιδόσεις, την ψυχική υγεία και, για τις γυναίκες, τις εγκυμοσύνες στην εφηβεία.
Όσο χαμηλότερη είναι η θέση στη σειρά γέννησης, τόσο χειρότερα γίνονται τα στατιστικά στοιχεία. Το μικρότερο αδελφάκι λαμβάνει, κατά μέσο όρο, αισθητά λιγότερη εκπαίδευση από το πρωτότοκο.
Τα μικρότερα αδέλφια έχουν χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο από τα πρωτότοκα παιδιά
Τα πρωτότοκα παιδιά λαμβάνουν ελαφρώς περισσότερη εκπαίδευση, αλλά τα παιδιά που γεννιούνται αργότερα υστερούν προοδευτικά σε σχέση με τα μεγαλύτερα αδέλφια τους.
Γιατί η σειρά γέννησης αφήνει ανεξίτηλο σημάδι στο μέλλον ορισμένων ανθρώπων είναι κάτι που για καιρό παρέμενε αίνιγμα για τους επιστήμονες. Τώρα έχουμε κάποιες απαντήσεις, οι οποίες υποδεικνύουν τι μπορούν να κάνουν οι γονείς και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής για το θέμα αυτό.
Ο Price αποκάλυψε έναν πιθανό μηχανισμό που θέτει τα μικρότερα αδέλφια σε μειονεκτική θέση, σε μια μελέτη του 2008: ο περιορισμένος ποιοτικός χρόνος που περνούν με τους γονείς.
Διαπίστωσε ότι τα πρωτότοκα παιδιά περνούσαν 20 έως 30 λεπτά περισσότερο χρόνο με τους γονείς του; κάθε μέρα, σε σύγκριση με ένα δεύτερο παιδί της ίδιας ηλικίας, σύμφωνα με στοιχεία της Αμερικανικής Υπηρεσίας Στατιστικών Εργασίας. Το έλλειμμα ανερχόταν σε περίπου 3.000 λιγότερες ώρες που αφιερώνονταν στο διάβασμα, το παιχνίδι, τη συζήτηση ή άλλες δραστηριότητες με τουλάχιστον έναν γονέα για τα μικρότερα αδέλφια.
Παίζουν ρόλο τα μικρόβια στο μέλλον ενός παιδού;
Ωστόσο, αυτό άφηνε ανεξήγητα τουλάχιστον τα μισά από τα μειονεκτήματα του να είναι κανείς μικρότερο αδελφάκι. Μια μελλοντική μελέτη που θα δημοσιευτεί στο περιοδικό American Economic Review και έχει υποβληθεί σε επιστημονική αξιολόγηση επισημαίνει έναν δεύτερο σημαντικό παράγοντα: τα μικρόβια.
Παρακολουθώντας 1,2 εκατομμύρια παιδιά στην Δανία, που γεννήθηκαν από το 1980 και έως την ενηλικίωσή τους, με βάση κρατικά αρχεία, η μελέτη διαπίστωσε ότι οι μικροσκοπικοί αυτοί οργανισμοί έχουν βαθιά επίδραση στο μέλλον ενός παιδιού. Η έκθεση σε αναπνευστικούς ιούς πριν από τον πρώτο χρόνο ζωής ενός μωρού – όταν το ανοσοποιητικό σύστημα είναι ανώριμο και πριν από τους περισσότερους παιδικούς εμβολιασμούς – προέβλεπε σταθερά μειωμένα εισοδήματα, χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης και χειρότερη υγεία δεκαετίες αργότερα.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το ήμισυ ή και περισσότερο της διαφοράς στα αποτελέσματα της ζωής μεταξύ μεγαλύτερων και μικρότερων αδελφών μπορεί να αποδοθεί σε παθογόνα που μεταφέρονται ακούσια στο σπίτι από τα μεγαλύτερα αδέλφια.
Τι βλάπτει τα μικρότερα αδέλφια
Ευτυχώς, μεγάλο μέρος της βλάβης μπορεί να προληφθεί. Η Δανία συλλέγει με μεγάλη ακρίβεια στοιχεία για τους 6 εκατομμύρια πολίτες της, από τη γέννησή τους. Αυτό έδωσε στον Hannes Schwandt, οικονομολόγο υγείας στο Πανεπιστήμιο Northwestern και στους συνεργάτες του μια άνευ προηγουμένου εικόνα για τις λεπτομέρειες της εξέλιξης της ζωής τους σε διάστημα σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών.
Τα δανικά δεδομένα αποκάλυψαν επίσης ένα φυσικό πείραμα. Σοβαρές αναπνευστικές ασθένειες, όπως η γρίπη και ο RSV (αναπνευστικός ιός), πλήττουν τις κοινότητες εποχιακά και επηρεάζουν ορισμένους δήμους περισσότερο από άλλους. Οι ερευνητές μέτρησαν αυτή τη διακύμανση χρησιμοποιώντας ως δείκτη τα ποσοστά νοσηλείας για αναπνευστικά προβλήματα μεταξύ των παιδιών μιας περιοχής, γεγονός που τους επέτρεψε να απομονώσουν τις επιπτώσεις της έκθεσης σε ασθένειες στα μεγαλύτερα και τα μικρότερα αδέλφια.
Η διαφορά ήταν εντυπωσιακή: τα μικρότερα αδέλφια είχαν δύο έως τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να νοσηλευτούν για οξείες αναπνευστικές παθήσεις σε σύγκριση με τα μεγαλύτερα αδέλφια τους κατά το πρώτο έτος της ζωής τους. Στη συνέχεια, όταν τα μικρότερα παιδιά αρχίζουν γενικά να πηγαίνουν σε παιδικούς σταθμούς, η διαφορά αυτή εξαφανιζόταν. Τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι τα μεγαλύτερα αδέλφια μετέφεραν ιούς στα ευάλωτα βρέφη, τα οποία δεν είχαν άλλες σημαντικές πηγές έκθεσης.
Η σύνδεση των ασθενειών κατά τη βρεφική ηλικία με τα χαμηλότερα εισοδήματα στην ενήλικη ζωή ήταν εύκολη, ανέφερε ο Schwandt. Για να αποδειχθεί ότι η αυξημένη έκθεση σε ασθένειες προκαλεί βλάβες αργότερα στη ζωή, χρειάστηκε περισσότερη δουλειά. Οι συγγραφείς έπρεπε να ελέγξουν τις παραμέτρους του εισοδήματος των γονέων, του μορφωτικού επιπέδου και της απασχόλησης, σε δήμους με υψηλότερα και χαμηλότερα ποσοστά μόλυνσης. Ωστόσο, το μοτίβο ήταν σαφές: τα εισοδήματα, το επίπεδο εκπαίδευσης και τα αποτελέσματα ψυχικής υγείας μειώνονταν όλα καθώς αυξανόταν η έκθεση της κοινότητας στις ασθένειες.
Κατά μέσο όρο, τα παιδιά που γεννήθηκαν σε περιβάλλοντα με σχετικά υψηλά ποσοστά ασθενειών, αφού ελήφθησαν υπόψη άλλοι παράγοντες, είδαν τα εισοδήματά τους ως ενήλικες να μειώνονται κατά σχεδόν 1%, τα ποσοστά αποφοίτησης από το λύκειο και το πανεπιστήμιο να μειώνονται κατά περίπου 0,5% και τις επισκέψεις σε ψυχιατρικές κλινικές να αυξάνονται κατά περίπου 6% πάνω από το βασικό ποσοστό κατά την εφηβεία και την πρώιμη ενήλικη ζωή.
Αυτά τα στοιχεία μπορεί να φαίνονται ασήμαντα, αλλά αποτελούν μέσους όρους για το σύνολο του πληθυσμού. Πολλά παιδιά που προσβάλλονται από τον ιό αναρρώνουν πλήρως, ενώ ένας μικρότερος αλλά σημαντικός αριθμός υφίσταται μόνιμες βλάβες, ακόμη και χωρίς να χρειαστεί νοσηλεία.
Παρόμοια εικόνα παρατηρήθηκε και στον τομέα της ψυχικής υγείας. Τα μικρότερα αδέλφια που είχαν μεγαλύτερη έκθεση στην ασθένεια παρουσίασαν στατιστικά σημαντική αύξηση στις επισκέψεις σε ψυχιάτρους σε σύγκριση με εκείνα που είχαν χαμηλή έκθεση.
Συνολικά, η έκθεση ενός παιδιού σε ασθένειες κατά τα πρώτα στάδια της ζωής του εξηγούσε το ήμισυ, ή και περισσότερο, των αρνητικών επιπτώσεων που συνδέονται με τη θέση του στην γέννηση.
Ο χρόνος είχε τεράστια σημασία. Η έκθεση σε ασθένειες κατά τους πρώτους έξι μήνες της ζωής προκάλεσε μειώσεις στο εισόδημα δύο έως τρεις φορές μεγαλύτερες από την αντίστοιχη έκθεση κατά το δεύτερο μισό του πρώτου έτους, υποδηλώνοντας ότι υπάρχει ένα κρίσιμο χρονικό διάστημα για την πρόληψη των χειρότερων επιπτώσεων.
«Νομίζω ότι αυτό που μαθαίνουμε είναι ότι οι πρώτοι μήνες της ζωής είναι απολύτως κρίσιμοι», τόνισε ο Price, προσθέτοντας πως «πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να προστατεύσουμε, να φροντίσουμε και να ενισχύσουμε τα νεογέννητα μωρά».
Πώς να αποτρέψουμε τη σειρά γέννησης από το να γίνει «πεπρωμένο»;
Τα μειονεκτήματα του να είναι κανείς μικρότερο αδελφάκι δεν είναι αμετάβλητα και πολλοί από τους παράγοντες που τα προκαλούν βρίσκονται υπό τον έλεγχο των γονιών.
Ευτυχώς, οι ιατρικές εξελίξεις ενδέχεται να έχουν ήδη αρχίσει να μειώνουν την επίδραση της σειράς γέννησης στα παιδιά. Το ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας στη Δανία έχει μειωθεί από περίπου 8 ανά 1.000 γεννήσεις τη δεκαετία του 1980 σε περίπου 3 ανά 1.000 σήμερα, χάρη εν μέρει στην καλύτερη πρόληψη και θεραπεία των μολυσματικών ασθενειών. Η εισαγωγή του εμβολίου κατά της ιλαράς, της παρωτίτιδας και της ερυθράς (MMR) το 1987 και του εμβολίου κατά της βακτηριακής μηνιγγίτιδας (Hib) το 1993 έχει μειώσει τους θανάτους, τις νοσηλείες και τις μακροχρόνιες επιπλοκές.
Ωστόσο, υπάρχουν περισσότερα που μπορούν να κάνουν σήμερα οι γονείς και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η κάλυψη υγειονομικής περίθαλψης είναι χειρότερη.
Οι πιο σημαντικές συμβουλές ειδικών στον τομέα της υγείας για τη μείωση των μειονεκτημάτων που συνδέονται με τη θέση του παιδιού στην οικογένεια είναι οι εξής:
- Ενισχύστε το ανοσοποιητικό σας σύστημα με εμβόλια.
- Ο θηλασμός και η υγιεινή κρατούν τα μωρά μακριά από το νοσοκομείο.
- Να παρεμβαίνετε έγκαιρα μετά από σοβαρή ασθένεια.
- Αφιερώστε περισσότερο χρόνο στα μικρότερα παιδιά σας.
Οι γονείς δεν μπορούν να τα καταφέρουν μόνοι τους
Οι πολιτικές που υποστηρίζουν τους γονείς κατά τη διάρκεια αυτού του πρώτου κρίσιμου έτους θα μπορούσαν να συμβάλλουν στη μείωση των λοιμώξεων: άδεια γονικής μέριμνας με αποδοχές, ευέλικτες ρυθμίσεις εργασίας, χώροι εργασίας φιλικοί προς τον θηλασμό και καθολική πρόσβαση σε παιδιατρική περίθαλψη, ειδικά σε εμβολιασμούς.
Δεν θα βοηθούσαν απλώς τους γονείς να αντιμετωπίσουν αδύνατες συμβιβαστικές λύσεις, τονίζουν οι ειδικοί, αλλά θα προστάτευαν τα παιδιά κατά τη διάρκεια των μηνών που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία.
Πηγή: in.gr

