Η επανεμφάνιση πολιτικών δολοφονιών και επιθέσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν μοιάζει με συγκυριακή έκρηξη βίας, αλλά με σύμπτωμα μιας βαθύτερης κοινωνικής και ιδεολογικής μετατόπισης. Η τρίτη επίθεση κατά του Τραμπ, η δολοφονία του συντηρητικού influencer Τσάρλι Κερκ και η εκτέλεση στελέχους ασφαλιστικής εταιρείας από τον αυτοαποκαλούμενο «κοινωνικό τιμωρό» Λουίτζι Μαντζόνε επαναφέρουν ένα ερώτημα που θυμίζει, όπως σημειώνει ο Φεντερίκο Ραμπίνι στην «Corriere della Sera», τα «μολυβένια χρόνια» της Ιταλίας μιας άλλης εποχής.
Επιστρέφει η πολιτική βία ως νομιμοποιημένη πρακτική; Πολλοί αναλυτές βλέπουν την απάντηση όχι μόνο στην πόλωση, αλλά σε μια βαθιά κοινωνική μεταμόρφωση: την «προλεταριοποίηση» των μορφωμένων στρωμάτων.
Μια γενιά πτυχιούχων, που μεγάλωσε με την προσδοκία ότι η εκπαίδευση εξασφαλίζει σταθερότητα και κοινωνική άνοδο, έρχεται αντιμέτωπη με την επισφάλεια στην εργασία, το υψηλό κόστος ζωής και την απειλή από την εκτεταμένη χρήση της τεχνολογίας. Η διάψευση των προσδοκιών, σε συνδυασμό με ιδεολογικές επιρροές που παραπέμπουν στο ’68, τροφοδοτεί μια ριζοσπαστικοποίηση που δεν γεννιέται από τη φτώχεια, αλλά από το χάσμα ανάμεσα στις προσδοκίες και την πραγματικότητα και η βία λειτουργεί ως «τιμωρία» ενός συστήματος που θεωρείται άδικο.
Η πρόσφατη επίθεση ενόπλου στο δείπνο των ανταποκριτών του Λευκού Οίκου με σκοπό να πλήξει κυβερνητικούς αξιωματούχους ή και τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ άνοιξε εκ νέου μια μακρά συζήτηση για τις διαστάσεις και τα αίτια που τροφοδοτούν την πολιτική βία στις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα.
Τα νέα χαρακτηριστικά
Οπως επισημαίνει το άρθρο της «Corriere», μια πρώτη βασική διαπίστωση είναι ότι η χώρα έχει μακρά ιστορία πολιτικά υποκινούμενης βίας – από τη δράση της Κου Κλουξ Κλαν μέχρι τις ένοπλες οργανώσεις της δεκαετίας του ’60 και μεταγενέστερες τρομοκρατικές επιθέσεις – αλλά η σημερινή της μορφή εμφανίζει νέα χαρακτηριστικά, που σχετίζονται με κοινωνιολογικές και ιδεολογικές μετατοπίσεις.
Κεντρική θέση στην ερμηνεία αυτή κατέχει η έννοια της «προλεταριοποίησης» των μορφωμένων στρωμάτων που παραπέμπει στη μαρξιστική θεωρία. Για δεκαετίες η εκπαίδευση ήταν ένα δυνατό χαρτί κοινωνικής ανέλιξης ενώ πλέον αναπτύσσεται ένα «προλεταριάτο με πτυχίο». Η προσέγγιση αυτή συνδέεται κατά μία έννοια με το πνεύμα φοιτητικών εξεγέρσεων που στηρίχθηκαν στην ιδέα ότι τα στρώματα των καλλιεργημένων ανθρώπων υφίστανται μια μορφή ταξικής υποβάθμισης και πρέπει να ταυτιστούν με τους εργαζομένους. Αναλυτές επισημαίνουν ότι κάτι παρόμοιο συμβαίνει σήμερα στις ΗΠΑ με τους τομείς που πλήττονται περισσότερο να είναι τα μέσα ενημέρωσης, η τεχνολογία, η εκπαίδευση ή το δημιουργικό κομμάτι βιομηχανιών. Κατ’ επέκταση πλέον η «ταξική συνείδηση» μετατοπίζεται από τον βιομηχανικό εργάτη στην τάξη των εργαζομένων της γνώσης.
Αυτή η μετατόπιση δεν οδηγεί αυτομάτως στη βία. Συχνά εκφράζεται μέσω συνδικαλιστικών κινητοποιήσεων, πολιτικής δράσης ή υποστήριξης ριζοσπαστικών υποψηφίων. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις δημιουργεί το ιδεολογικό υπόβαθρο για τη νομιμοποίηση της βίας. Η απογοήτευση από ένα σύστημα που θεωρείται άδικο μπορεί να μετατραπεί σε ηθική δικαιολόγηση ακραίων πράξεων, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από κάποιο πειστικό αφήγημα που μπορεί να εξυμνεί τον «εκδικητή» του συστήματος.
Η περίπτωση του Λουίτζι Μαντζόνε αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δυναμικής καθώς δεν πρόκειται για έναν παραδοσιακά αποκλεισμένο, αλλά για έναν μορφωμένο και προνομιούχο νέο άνθρωπο που υιοθετεί την ψυχολογία του καταπιεσμένου. Ο δράστης μετατρέπεται σε «εκδικητή», το θύμα σε «σύμβολο» και η βία αποκτά ιδεολογική νομιμοποίηση. Κινητήριος δύναμη είναι η αίσθηση της υποβάθμισης και η αντικειμενική ένδεια και όχι η εξαθλίωση στην οποία οδηγεί η φτώχεια.
Στοιχεία δείχνουν ότι στις ΗΠΑ σήμερα το ποσοστό των πτυχιούχων νέων που απασχολούνται σε θέσεις υποδεέστερες των προσόντων τους είναι μικρότερο σε σχέση με το αντίστοιχο της δεκαετίας του 1990 ενώ οι απολαβές τους έχουν αυξηθεί τόσο σε απόλυτους όρους όσο και συγκριτικά με εργαζομένους χαμηλότερης κατάρτισης. Αρα ενώ τα δεδομένα είναι αντικειμενικά καλύτερα η κοινωνικο-οικονομική αντίληψη περιπλέκεται με μια διάχυτη αντισυστημική δυσαρέσκεια και στην πράξη φαίνεται ότι η ζύμωση αυτή δίνει αρνητικά αποτελέσματα.
Στην εξίσωση αυτή προστίθεται και ο παράγοντας της τεχνητής νοημοσύνης καθώς η όλο και πιο εκτεταμένη χρήση της μπορεί να θεωρηθεί ότι απειλεί ολόκληρους τομείς επαγγελματιών, μειώνοντας τη ζήτηση για τις δεξιότητές τους. Η αίσθηση επιδεινώνεται από την αντίληψη του ότι κανείς είναι αντικαταστάσιμος μέσω διαδικασίας που ελέγχεται από έναν αλγόριθμο. Με δεδομένη μάλιστα τη δυνατότητα των μορφωμένων ανθρώπων να ασκούν επιρροή προβάλλοντας όποιο έργο «παράγουν» μέσα από τους σύγχρονους διαύλους επικοινωνίας, η επιδραστικότητά τους διαχέεται ταχύτατα και μπορεί να πολλαπλασιάσει τον αντίκτυπο της απογοήτευσης και της δυσαρέσκειας, μετατρέποντάς τες σε ισχυρό πολιτικό αφήγημα.
Μείον 39 κόκκινοι βουλευτές
Με αυτή τη μεγάλη εικόνα, το ενδιαφέρον που τράβηξε βεβαίως το πρόσφατο περιστατικό στη δεξίωση των ανταποκριτών του Λευκού Οίκου – με τη δημοτικότητα του Τραμπ να μην ανακάμπτει, τις τιμές των καυσίμων να αυξάνονται και την αλληλουχία κακών ειδήσεων για τους Ρεπουμπλικανούς να επιταχύνεται – εστιάζεται ξανά στις ενδιάμεσες εκλογές που απέχουν λιγότερο από ένα εξάμηνο. Δεν είναι τυχαίο ότι 39 Ρεπουμπλικανοί βουλευτές επέλεξαν να μη θέσουν υποψηφιότητα για επανεκλογή το 2026, ο μεγαλύτερος αριθμός εδώ και σχεδόν έναν αιώνα – αν και οι περισσότεροι αποχωρούν από ασφαλείς για το Κόμμα τους έδρες.
Η Βουλή θεωρείται πιθανό να περάσει στους Δημοκρατικούς ενώ και η μάχη στη Γερουσία γίνεται αμφίρροπη. Υπεύθυνοι στρατηγικής των Ρεπουμπλικανών μιλούν ανώνυμα για αρνητικό κλίμα, εσωτερικές διαφωνίες και έναν πρόεδρο που δεν μπορεί να εστιάσει στα μεγάλα ζητήματα. Παρότι οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν οικονομικά πλεονεκτήματα και ελπίζουν σε αλλαγή του κλίματος, καταγράφεται μετατόπιση υπέρ των Δημοκρατικών. Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με δημοσκόπηση του Fox News οι ψηφοφόροι εμπιστεύονται περισσότερο τους Δημοκρατικούς για την οικονομία από ό,τι τους Ρεπουμπλικανούς για πρώτη φορά εδώ και 16 χρόνια. «Χωρίς να αγνοούμε τη σημασία των ενδιάμεσων εκλογών, είναι πολύ νωρίς για να κηρύξουμε ήττα», δήλωσε παρ’ όλ’ αυτά ο αναπληρωτής προσωπάρχης του Λευκού Οίκου, Τζέιμς Μπλερ.
Πηγή: tanea.gr

