Με το Ιράν, τις ΗΠΑ και το Ισραήλ να επιδιώκουν την επιβολή των δικών τους κανόνων στη Μέση Ανατολή, ο Λίβανος γίνεται το επίκεντρο μιας δύσκολης γεωπολιτικής «εξίσωσης»
Εδώ και δεκαετίες θέατρο πολέμων δια αντιπροσώπων, ο Λίβανος βλέπει για πολλοστή φορά τη μοίρα του να καθορίζεται από άλλους.
Όσο ποτέ στις 100 και πλέον ημέρες του αδιέξοδου αμερικανοϊσραηλινού πολέμου στο Ιράν, έχει μετατραπεί σε διακύβευμα για την έκβασή του, είτε ως προς τους όρους τερματισμού του, είτε ως προς τη γενίκευσή του.
Προς επίρρωση ήλθε η απότομη και αισίως σύντομη κλιμάκωση της Κυριακής.
Εν μέσω της «τρύπιας» εκεχειρίας στον Λίβανο και κόντρα στις «επιταγές» του πιο ισχυρού συμμάχου του, του Αμερικανού προέδρου Τραμπ, το Ισραήλ βομβάρδισε το προπύργιο της Χεζμπολάχ στη νότια Βηρυτό, σε αντίποινα για μια επίθεση της υποστηριζόμενης από το Ιράν οργάνωσης κατά του βόρειου Ισραήλ.
Σε αντίθεση ωστόσο με τα έως τώρα δεδομένα, η νέα σκληροπυρηνική ηγεσία του Ιράν εξαπέλυσε πυραυλική επίθεση κατά του Ισραήλ, εν είδει αντιποίνων.
Πυροδότησε την ισραηλινή αντεπίθεση, η οποία δοκίμασε την ήδη εύθραυστη κατάπαυση του πυρός στο μέτωπο του Ιράν.
Η κατάρρευσή της απετράπη με παρέμβαση του Τραμπ.
Επί της ουσίας, ο ασταθής Λίβανος έχει μετατραπεί σε πεδίο γεωπολιτικών παιγνίων, σε μια υπό συνεχή αναδιάταξη Μέση Ανατολή.
Με φόντο τις δύσκολες διαπραγματεύσεις με την Ουάσιγκτον και την κρίση στα Στενά του Ορμούζ, το Ιράν μετατρέπει τον Λίβανο σε πρόσθετο μοχλό πίεσης, διαμηνύοντας ότι δεν θα αποδεχθεί μια ειρηνευτική συμφωνία, που δεν θα περιλαμβάνει τα λιβανικά εδάφη.
Δοκιμάζει έτσι τα όρια τόσο του Ντόναλντ Τραμπ -που θέλει να τελειώσει αυτόν τον πόλεμο φθοράς, μετρώντας οικονομικό και πολιτικό κόστος ενόψει των κρίσιμων ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου- όσο και της συμμαχίας των ΗΠΑ με το Ισραήλ.
Και δη υπό την κλυδωνιζόμενη πρωθυπουργία του Μπενιαμίν Νετανιάχου, που εμφανίζεται προεκλογικά αποφασισμένος να πάει μέχρι τέλους.
Αυτά, την ώρα που οι τελευταίες κινήσεις της Τεχεράνης αποκαλύπτουν ένα νέο δόγμα ασφαλείας, με εγκατάλειψη της λεγόμενης «στρατηγικής υπομονής» και άμεση παρέμβαση προς στήριξη των περιφερειακών «πληρεξούσιών» της.
Ο Λίβανος στη «μέγγενη» Ισραήλ και Ιράν
Μιλώντας στο CNN, o πρόεδρος του Λιβάνου και πρώην αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων της χώρας, Ζοζέφ Αούν, κατηγόρησε ανοιχτά το Ιράν ότι χρησιμοποιεί τη χώρα του ως «διαπραγματευτικό χαρτί» στις συνομιλίες με τις ΗΠΑ.
Ζήτησε αφοπλισμό της Χεζμπολάχ και άμεσες ειρηνευτικές συνομιλίες με το Ισραήλ, επικρίνοντας την πολεμική στρατηγική του.
Η διαπραγμάτευση, υπογράμμισε, είναι η μόνη λύση.
«Μπορούν να εισβάλουν στη χώρα ή να την καταστρέψουν ολοσχερώς», τόνισε ο Αούν, «αλλά δεν θα επιτύχουν τον στόχο τους, επειδή η Χεζμπολάχ είναι μια ιδέα».
Υπό τον Ζοζέφ Αούν και τον πρωθυπουργό Ναουάφ Σαλάμ -που ανέλαβαν καθήκοντα προ έτους στο φόντο ενός παρατεταμένου πολιτικού αδιεξόδου- η ηγεσία της Βηρυτού είχε αρχίσει να παρουσιάζει ανοιχτά την ένοπλη πτέρυγα της Χεζμπολάχ ως εμπόδιο για την κυριαρχία του Λιβάνου.
Εν μέσω ευρύτερων περιφερειακών ανακατατάξεων, γενικευμένης κόπωσης, θανάτου και απόγνωσης από τους διαρκείς πολέμους, η συζήτηση για τον αφοπλισμό της είχε αρχίσει να συγκεντρώνει μια ευρεία λιβανική συναίνεση στο κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό και στη διχασμένη κοινωνία.
Ωστόσο, η εντεινόμενη ισραηλινή επιθετικότητα και επεκτατικότητα, ο βαρύς φόρος αίματος στις τάξεις των αμάχων και η νέα καταστροφή μιας οικονομικά ρημαγμένης χώρας, χωρίς ισχυρό στρατό, αλλάζει τα δεδομένα.
Ενισχύει ξανά στα μάτια πολλών την εικόνα της Χεζμπολάχ ως δύναμη αντίστασης, ανοιχτά υποστηριζόμενης από τη νέα σκληροπυρηνική ηγεσία του Ιράν.
Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι το δρόμο για την ανάδειξή της στην εξουσία στην Τεχεράνη, για την άσκηση ελέγχου στα Στενά του Ορμούζ και για την επίδειξη της ιρανικής ισχύος στις σουνιτικές μοναρχίες του Κόλπου άνοιξε ο πόλεμος επιλογής των ΗΠΑ-Ισραήλ.
Κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί με την ισραηλινή εισβολή και κατοχή στον Λίβανο το 1982, που επί της ουσίας στόχευε σε αλλαγή της πολιτικής τάξης στη Βηρυτό, αλλά τελικά «γέννησε» και στη συνέχεια γιγάντωσε -στρατιωτικά, πολιτικά και κοινωνικά- τη Χεζμπολάχ.
Σε τεντωμένο σχοινί
Πριν καν ξεσπάσει ο νέος πόλεμος με το Ισραήλ, ο Λίβανος βυθιζόταν στην οικονομική και κοινωνική κρίση.
Η ανάδειξη προέδρου έπειτα από διετές κενό στο αξίωμα και νέου πρωθυπουργού στο φόντο μιας μακράς κυβερνητικής κρίσης, στις αρχές του περασμένου έτους, λίγο μετά την εκεχειρία του Νοεμβρίου του 2024 μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ (τότε εν μέσω του πολέμου στη Γάζα) είχε χαιρετιστεί διεθνώς ως ένα «παράθυρο ευκαιρίας».
Όμως αποδείχθηκε ασφυκτικά στενό.
Η εύθραυστη και πολλαπλώς παραβιασμένη εκεχειρία του 2024 κατέρρευσε οριστικά στις 2 Μαρτίου, με τα αντίποινα της Χεζμπολάχ για την εξόντωση του ανώτατου Ηγέτη του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ από την επέμβαση ΗΠΑ-Ισραήλ.
Το αποτέλεσμα είναι ο Λίβανος να βομβαρδίζεται ξανά, με εκατομμύρια πολίτες του να βρίσκονται παγιδευμένοι σε περιφερειακούς ηγεμονικούς πολέμους, σε μια καταρρέουσα διεθνή τάξη.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, οι νεκροί μέσα στο τελευταίο τρίμηνο από τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις ξεπερνούν τους 3.500, οι τραυματίες τους 10.670 και τα 1,2 εκατομμύρια οι εσωτερικά εκτοπισμένοι -πάνω από το ένα έκτο του συνολικού πληθυσμού μιας χώρας με υπηρεσίες υπό κατάρρευση και κατεστραμμένες υποδομές.
Ο εκτοπισμός κατακερματίζει τις κοινότητες στο θρησκευτικό και εθνοτικό «μωσαϊκό» του Λιβάνου.
Η φτώχεια επεκτείνεται και βαθαίνει.
Ο πολιτικός εξτρεμισμός βρίσκει πρόσφορο έδαφος.
Οι φόβοι ότι ο Λίβανος θα βυθιστεί σε νέο εμφύλιο εντείνονται.
Λόγω των εχθροπραξιών και της αστάθειας, οι γενικές εκλογές -προγραμματισμένες για τον περασμένο Μάιο- μετατέθηκαν για το 2028.
Η υφιστάμενη κυβέρνηση της Βηρυτού και ο ανίσχυρος λιβανικός στρατός αδυνατούν εν τω μεταξύ de facto να αφοπλίσουν τη Χεζμπολάχ, που αποτελεί παράλληλα ισχυρή πολιτική δύναμη στη χώρα και απορρίπτει κάθε διαπραγμάτευση με το Ισραήλ.
Τώρα μάλιστα καλεί τις λιβανικές αρχές «να αδράξουν την ευκαιρία που παρουσιάζεται και να διορθώσουν την επίσημη σχέση τους με την Ισλαμική Δημοκρατία [του Ιράν] κατά τρόπο που να εξυπηρετεί το συμφέρον και των δύο κρατών»…
Πηγή: in.gr

