Έρευνα του ΙΟΒΕ αποδεικνύει ότι η εκπαίδευση στην Ελλάδα αποκτά όλο και πιο έντονο ταξικό πρόσημο. Τα παιδιά από χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα έχουν τις λιγότερες ευκαιρίες για είσοδο σε ΑΕΙ.
Η ευχή «μάθε παιδί μου γράμματα», που έγινε διάσημη από την ομώνυμη ταινία του Θόδωρου Μαραγκού, συνοψίζει σε τέσσερις λέξεις την αντίληψη που είχαν οι παλιότερες γενιές για την εκπαίδευση ως μοχλό κοινωνικής ανόδου. Αυτό που δεν λέγεται ρητά, αλλά εξυπακούεται, είναι ότι αν μάθεις γράμματα θα έχεις καλύτερη τύχη από τον γονιό σου, ιδίως αν εκείνος είναι αγρότης, τεχνίτης ή χαμηλόμισθος υπάλληλος.
Επίσης εννοείται πως όταν μιλάμε για γράμματα, στην μεταπολεμική και πρώιμη μεταπολιτευτική Ελλάδα, μιλάμε σχεδόν αποκλειστικά για ανώτατη εκπαίδευση. Το «να περάσει το παιδί στο πανεπιστήμιο» ήταν για πολλά χρόνια το εφικτό όνειρο της μικροαστικής ή /και της εργατικής οικογένειας, που το κυνηγούσε με θυσίες, κόπους και βάσανα, γονέων και παιδιών.
Αν το παιδί «έπαιρνε τα γράμματα» και αν οι γονείς, ακόμα και οι πιο φτωχοί «έκαναν το σκατό τους παξιμάδι» (κατά την προσφιλή λαϊκή έκφραση), για να πάρει ένα πτυχίο με αξία, το μέλλον του θα ήταν (σχεδόν) εξασφαλισμένο.
Αν ήταν γιος, θα άφηνε το τσαπί, το μυστρί ή τον κονδυλοφόρο με το στουπόχαρτο, που κράταγε ο βιοπαλαιστής ή υπαλληλάκος πατέρας του, για τον δερμάτινο χαρτοφύλακα του δικηγόρου, τη λευκή ρόμπα του γιατρού, το σχεδιαστήριο του αρχιτέκτονα-μηχανικού.
Αν ήταν κόρη, δεν θα έπιανε το πιατόπανο και τη σφουγγαρίστρα που κράταγε η μάνα της που δήλωνε ως επάγγελμα «οικιακά», αλλά θα μπορούσε να εξασκήσει αξιοσέβαστα και καλοπληρωμένα επαγγέλματα όπως τα παραπάνω. Στη χειρότερη θα γινόταν δασκάλα η νοσοκόμα ή θα έπαιρνε έστω «ένα χαρτί», ό,τι να’ναι, που θα τη βοηθούσε να διοριστεί, κατά προτίμηση κάπου στο δημόσιο. Όλα αυτά θεωρούνταν ελαφρώς παρακατιανά, σε σχέση με την αγία τριάδα του «γιατρού-δικηγόρου-μηχανικού», αλλά ήταν οk για ένα κορίτσι, που στο κάτω κάτω ο απώτερος σκοπός της ήταν να παντρευτεί και να κάνει παιδιά.

Το όνειρο του πτυχίου ξεβάφει
Όσο απομακρυνόμαστε από τη μεταπολίτευση και διανύουμε τις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα, τόσο το όνειρο του πανεπιστημιακού πτυχίου δεν σβήνει ακριβώς, αλλά ξεβάφει. Πλέον το «χαρτί» δεν μετράει από μόνο του. Πρέπει να είναι «καλό χαρτί», από πρωτοκλασάτη σχολή και όχι «δευτεράντζα», από αυτές που μια εποχή άνοιγαν σωρηδόν σε όλη την επικράτεια. Πρέπει να έχεις και «καλές γνωριμίες», και αν είναι δυνατόν ένα δεύτερο και τρίτο χαρτί, μεταπτυχιακά, ξένες γλώσσες, σεμινάρια, γιατί όχι και διδακτορικό.
Σήμερα, αν ο πατέρας και η μητέρα σου δεν έχουν σπουδάσει και δεν έχουν και λεφτά, οι πιθανότητες να διαβείς τις πύλες του πανεπιστημίου στενεύουν. Ακόμα πιο δύσκολο είναι να τελειώσεις τις σπουδές σου, ιδίως αν σπουδάζεις σε άλλη πόλη από εκείνη που ζουν οι γονείς σου και πρέπει να πληρώνεις νοίκι και να δουλεύεις ταυτόχρονα.
Όλα αυτά ακούγονται σχηματικά, αλλά προκύπτουν από έρευνες και στατιστικές πολλών ετών. Δεν σημαίνουν ότι η μοίρα του φτωχού είναι προδιαγεγραμμένη. Ούτε σημαίνει ότι όποιος έχει μορφωμένους γονείς θα διαπρέψει στις επιστήμες ή/και θα έχει υψηλό εισόδημα.
Είναι όμως ορατές εκφάνσεις της σύγχρονης πραγματικότητας. Μια πραγματικότητα την οποία ανατέμνει η νέα μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα».
Η εκπαίδευση ως παράγοντας ανισότητας
Το εκτενές κεφάλαιο που αφιερώνει η έκθεση του ΙΟΒΕ στην εκπαίδευση, ξεκινά με την παραδοχή ότι «το εκπαιδευτικό σύστημα αποτελεί κεντρικό παράγοντα διαμόρφωσης ανισοτήτων σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα».
Μολονότι τις τελευταίες δεκαετίες διευρύνεται η πρόσβαση στην εκπαίδευση, σε όλες τις βαθμίδες, η κοινωνική κινητικότητα μέσω της εκπαίδευσης παραμένει ελλιπής, σε σχέση με άλλες χώρες της ΕΕ.
«Τα παιδιά από χαμηλότερο κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο έχουν συστηματικά μειωμένες πιθανότητες να φτάσουν σε υψηλότερα εκπαιδευτικά επίπεδα σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες», σημειώνει η μελέτη.
Για παράδειγμα, μόνο το 12% των παιδιών, από οικογένειες με χαμηλό εκπαιδευτικό υπόβαθρο (και συνήθως αντίστοιχα χαμηλά εισοδήματα), φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα σπουδών.
Το παιδί του δικηγόρου και του γιατρού, θα σπουδάσει νομική και ιατρική
Μπορεί να μην είναι τόσο δύσκολο πια να περάσεις σε μια οποιαδήποτε σχολή, έστω και στου διαόλου τη μάνα. Όπως δηλώνει ο σύμβουλος εκπαίδευσης Στράτος Στρατηγάκης, σε ρεπορτάζ που αναδημοσίευσε το in, το ποσοστό επιτυχίας στις πανελλαδικές εξετάσεις είναι 65%-70%, άρα «οι 7 στους 10 περνάνε».
Το πρόβλημα είναι πιο σύνθετο και δεν αφορά μόνο τον θεσμό των πανελλαδικών καθαυτό. Όσο περισσότερο εμπορευματοποιείται η εκπαίδευση, τόσο τείνει να αναπαράγει τις κοινωνικοοικονομικές ανισότητες, αντί να τις αμβλύνει.
Ένας βαθύς ταξικός διαχωρισμός, που παγιώνεται στην ελληνική κοινωνία, είναι εκείνος ανάμεσα στα παιδιά που θα σπουδάσουν στις σχολές υψηλού κύρους και υψηλής ζήτησης και σε εκείνα που θα καταλήξουν σε σχολές με χαμηλή βάση και χαμηλή επαγγελματική απορρόφηση.
Σύμφωνα με τους αναλυτές του ΙΟΒΕ, έχει διαπιστωθεί ότι παιδιά από ανώτερα στρώματα φοιτούν με αυξημένη συχνότητα σε σχολές με υψηλή ζήτηση (όπως η Ιατρική, η Νομική και η Μηχανική).
Ως αποτέλεσμα «διατηρείται υψηλότερο ποσοστό ενδογενούς αναπαραγωγής σε σύγκριση με άλλες σχολές και επαγγέλματα». Αντίθετα, οι θέσεις σε σχολές με χαμηλότερες προοπτικές σταδιοδρομίας καλύπτονται κυρίως από φοιτητές από τα κατώτερα στρώματα, γεγονός που «καθιστά πιο δύσκολο για αυτούς να βελτιώσουν τη σχετική κοινωνική τους θέση, παρά την απόλυτη βελτίωση σε σύγκριση με τα εκπαιδευτικά επιτεύγματα των γονιών τους».
Με άλλα λόγια, το παιδί του (μεγαλο)γιατρού θα σπουδάσει Ιατρική, το παιδί του λιγότερο προνομιούχου, θα περάσει σε κάποιο πρώην ΤΕΙ της επαρχίας και μάλλον θα το παρατήσει.

Το ιδιωτικό Ελντοράντο της μεταλυκειακής εκπαίδευσης
Ένας δεύτερος διαχωρισμός, πέρα από τις «χάι» και «μπας κλας» σχολές, είναι μεταξύ όσων περνάνε σε πανεπιστήμια (που πλέον είναι και ιδιωτικά, σε πείσμα του άρθρου 16 του Συντάγματος) και όσων «κόβονται» και διοχετεύονται στη μεταλυκειακή-μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Οι τελευταίοι δεν αποκαλούνται σπουδαστές αλλά καταρτιζόμενοι. Με βάση τις έρευνες που παρουσιάζει το ΙΟΒΕ, οι απόφοιτοι ΣΑΕΚ (Σχολές Ανώτερης Επαγγελματικής Κατάρτισης, πρώην ΙΕΚ), έχουν ελαφρώς υψηλότερες πιθανότητες εύρεσης εργασίας (αλλά όχι απαραίτητα καλύτερους μισθούς) από τους αποφοίτους Επαγγελματικών Λυκείων (ΕΠΑΛ). Σε όρους επαγγελματικής αποκατάστασης, το πτυχίο ΣΑΕΚ (ή το επιπλέον έτος μαθητείας στα ΕΠΑΛ), δεν παρέχει περισσότερες ευκαιρίες εύρεσης εργασίας από το απολυτήριο Γενικού Λυκείου.
Eπίσης, όπως επιβεβαιώνει το ΙΟΒΕ, οι μεταδευτεροβάθμιες – μη τριτοβάθμιες σπουδές είναι ο παράδεισος της ιδιωτικής εκπαίδευσης. Πάνω από το 54% των σπουδαστών σε αυτή τη βαθμίδα παρακολουθούν ιδιωτικές σχολές.
Πλέον οι όμιλοι ιδιωτικών ΙΕΚ, κολεγίων κ.λπ, έχουν μετατραπεί σε ολιγοπώλια, με παχυλά κέρδη και εξευτελιστικούς μισθούς για τους καθηγητές-εκπαιδευτές. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Ομοσπονδία Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών Ελλάδας (ΟΙΕΛΕ), ένας και μόνο όμιλος που πρόσφατα εξαγοράστηκε από μεγάλο fund είχε ετήσια έσοδα 57 εκατομμυρίων ευρώ και κέρδη προ φόρων 16 εκατομμυρίων ευρώ, με τετραπλασιασμό κερδών σε έναν χρόνο.
Παρά την υψηλή κερδοφορία των ιδιωτικών ομίλων, τα πτυχία ΣΑΕΚ εξακολουθούν να θεωρούνται «δεύτερης» και «τρίτης» κατηγορίας, και οι απόφοιτοί τους έχουν χειρότερες επαγγελματικές προοπτικές από τους αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Πού πας χωρίς ιδιαίτερα και φροντιστήρια;
«Οι ανισότητες πρόσβασης στις σχολές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης υψηλής ζήτησης, ο ευρύς θεσμός της παραπαιδείας ως απαραίτητο στην πράξη βήμα για επιτυχία στις Πανελλαδικές εξετάσεις, και ο υψηλός αριθμός φοιτητών που δεν ολοκληρώνουν τις σπουδές τους έγκαιρα, επιτείνουν τη δυσλειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος ως μοχλού κοινωνικής ανέλιξης», σημειώνει η έκθεση του ΙΟΒΕ.
Η ιδιωτική παραπαιδεία, αποκαλούμενη και «σκιώδης εκπαίδευση», αποτελεί ένα παράλληλο σύστημα που συνδέεται με άνισες πιθανότητες πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Δηλαδή, οι οικογένειες που δεν έχουν αρκετά χρήματα για να πληρώσουν για φροντιστήρια ή ακόμα καλύτερα για ιδιαίτερα, μειώνουν αυτόματα τις πιθανότητες των παιδιών τους να περάσουν στο πανεπιστήμιο.
Κατώτερη εκπαίδευση σημαίνει χαμηλότεροι μισθοί
Με τη σειρά τους, οι μη-απόφοιτοι πανεπιστημίου, έχουν χαμηλότερους μισθούς από τους πτυχιούχους. Το ΙΟΒΕ επικαλείται τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Έρευνας Διάρθρωσης και Κατανομής των Αμοιβών της Eurostat, που πραγματοποιείται κάθε τέσσερα έτη. Το 2022 οι μέσες ετήσιες αποδοχές ανήλθαν σε 29.700 ευρώ για τους αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, έναντι 21.300 ευρώ για τους αποφοίτους ανώτερης δευτεροβάθμιας και μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και 19.600 ευρώ όσους έχουν κατώτερη δευτεροβάθμια, πρωτοβάθμια ή χαμηλότερη εκπαίδευση.
Τα παραπάνω ποσά είναι υψηλότερα από τον μέσο μισθό, καθώς αφορούν εργαζόμενους σε εταιρείες από 10 άτομα και πάνω, σε βιομηχανία κατασκευές και υπηρεσίες, ενώ εξαιρούν τον πρωτογενή και τον δημόσιο τομέα.
Όσο προχωράμε στην εκπαιδευτική βαθμίδα, τόσο μεγαλώνει το εισοδηματικό χάσμα με τα κατώτερα κλιμάκια. Τα άτομα με μεταπυχιακό ή διδακτορικό τίτλο, έχουν κατά μέσο όρο διπλάσιες αμοιβές από εκείνους που δεν έχουν ολοκληρώσει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Η διαφορά αυτή μειώνεται, αλλά παραμένει σημαντική, για τους αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (42% για τους πτυχιούχους πανεπιστημίου και 34% στην περίπτωση των εργαζομένων που έχουν αποφοιτήσει από ΤΕΙ).
Σε αντίθεση με την πιθανότητα εργασίας, η ολοκλήρωση γυμνασίου ή γενικού λυκείου δεν συνδέεται απαραίτητα με υψηλότερες μέσες αμοιβές σε σχέση με τα άτομα που δεν έχουν ολοκληρώσει εκπαιδευτική βαθμίδα ή έχουν τελειώσει το δημοτικό σχολείο. Επίσης, τόσο οι απόφοιτοι ΕΠΑΛ όσο και τα άτομα με μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση δείχνουν να έχουν ελαφρώς υψηλότερες αποδοχές σε σύγκριση με τους αποφοίτους ΓΕΛ.
Πηγή: in.gr



