Υπήρξε μια εποχή στη Γαλλία όπου η διεκδίκηση της προεδρίας αποτελούσε προνόμιο ελάχιστων πολιτικών προσωπικοτήτων. Οι υποψήφιοι προέρχονταν συνήθως από τα μεγάλα κόμματα, είχαν πίσω τους δεκαετίες πολιτικής διαδρομής και διέθεταν ισχυρούς κομματικούς μηχανισμούς.
Η εκλογή του Εμανουέλ Μακρόν το 2017 ανέτρεψε αυτή τη λογική και δημιούργησε ένα νέο πολιτικό φαινόμενο που αρκετοί αναλυτές αποκαλούν πλέον «σύνδρομο Μακρόν».
Σχεδόν μία δεκαετία μετά τη θεαματική άνοδό του στην εξουσία, η γαλλική πολιτική σκηνή μοιάζει να έχει πειστεί ότι τίποτα δεν είναι αδύνατο. Η προεδρική εκλογή του 2027 έχει μετατραπεί σε πεδίο πρωτοφανούς κινητικότητας, με δεκάδες πολιτικούς να εξετάζουν ανοιχτά το ενδεχόμενο υποψηφιότητας ή να έχουν ήδη ξεκινήσει άτυπες προεκλογικές εκστρατείες.
Η κατάσταση προκαλεί ακόμη και ειρωνικά σχόλια στους πολιτικούς κύκλους του Παρισιού. Ποτέ άλλοτε τόσοι πολλοί πολιτικοί δεν είχαν θεωρήσει ότι μπορούν να διεκδικήσουν το ύπατο αξίωμα της χώρας. Από δημάρχους και βουλευτές μέχρι πρώην υπουργούς και κομματικά στελέχη, ολοένα και περισσότεροι εμφανίζονται πρόθυμοι να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους.
Η εξήγηση βρίσκεται στην πολιτική κληρονομιά του ίδιου του Μακρόν. Όταν ο τότε υπουργός Οικονομίας ανακοίνωσε ουσιαστικά τις προεδρικές του φιλοδοξίες το 2016, ελάχιστοι τον αντιμετώπισαν ως σοβαρό διεκδικητή. Δεν διέθετε παραδοσιακό κόμμα, δεν είχε ισχυρή τοπική βάση και βρισκόταν εκτός των συνηθισμένων πολιτικών ισορροπιών. Μέσα σε λίγους μήνες, όμως, κατόρθωσε να ανατρέψει τα δεδομένα και να κατακτήσει την προεδρία.
Η επιτυχία αυτή λειτούργησε ως ιστορικό προηγούμενο. Έδειξε ότι το γαλλικό πολιτικό σύστημα δεν είναι πλέον τόσο κλειστό όσο στο παρελθόν. Η προσωπική εικόνα, η επικοινωνιακή στρατηγική και η ικανότητα δημιουργίας πολιτικού αφηγήματος μπορούν πλέον να αποδειχθούν εξίσου σημαντικές με τους παραδοσιακούς κομματικούς μηχανισμούς.
Το φαινόμενο γίνεται ακόμη πιο έντονο λόγω της σημερινής κατάστασης των γαλλικών κομμάτων. Η Αριστερά παραμένει κατακερματισμένη, οι Σοσιαλιστές αναζητούν ηγετική φυσιογνωμία, ενώ οι σχέσεις τους με τη ριζοσπαστική Αριστερά παραμένουν προβληματικές. Στον χώρο του κέντρου και της φιλελεύθερης παράταξης, η αποχώρηση του Μακρόν από την ενεργό διεκδίκηση της εξουσίας αφήνει ένα μεγάλο κενό που αρκετοί φιλοδοξούν να καλύψουν.
Την ίδια στιγμή, η γαλλική Δεξιά συνεχίζει να αναζητά τη δική της αναγέννηση, ενώ η Ακροδεξιά εμφανίζεται περισσότερο οργανωμένη από ποτέ. Η Εθνική Συσπείρωση έχει ήδη ξεκινήσει την προετοιμασία της για το 2027, επιδιώκοντας να αξιοποιήσει τη φθορά του πολιτικού συστήματος και τη δυσαρέσκεια σημαντικού τμήματος των ψηφοφόρων.
Παράλληλα, η Ανυπότακτη Γαλλία της ριζοσπαστικής Αριστεράς παραμένει ισχυρός πόλος, γεγονός που καθιστά το πολιτικό τοπίο ακόμη πιο κατακερματισμένο. Σε αυτό το περιβάλλον, πολλοί πολιτικοί πιστεύουν ότι ένας χαρισματικός υποψήφιος με ισχυρό προσωπικό αφήγημα μπορεί να βρει χώρο να αναδειχθεί.
Η Γαλλία εισέρχεται έτσι σε μια προεκλογική περίοδο διαφορετική από κάθε προηγούμενη. Το παραδοσιακό μοντέλο, όπου δύο ή τρεις μεγάλοι υποψήφιοι κυριαρχούσαν στον δημόσιο διάλογο, δίνει τη θέση του σε ένα πολυκερματισμένο σκηνικό γεμάτο φιλοδοξίες, προσωπικές στρατηγικές και ανοιχτά ερωτήματα.
Το «σύνδρομο Μακρόν» δεν αφορά μόνο τον ίδιο τον Γάλλο πρόεδρο. Αφορά την πεποίθηση που άφησε πίσω του: ότι ένας πολιτικός που χθες θεωρούνταν αουτσάιντερ μπορεί αύριο να βρεθεί στο Ελιζέ. Αυτή η πεποίθηση έχει μεταμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι Γάλλοι πολιτικοί αντιλαμβάνονται τις δυνατότητές τους.
Το ερώτημα είναι αν το πολιτικό θαύμα του 2017 μπορεί πραγματικά να επαναληφθεί ή αν η επιτυχία του Μακρόν ήταν ένα μοναδικό ιστορικό γεγονός που δεν μπορεί να αντιγραφεί. Μέχρι να δοθεί η απάντηση στις κάλπες του 2027, η γαλλική πολιτική σκηνή θα συνεχίσει να γεμίζει με νέους επίδοξους ενοίκους του Ελιζέ, αποδεικνύοντας ότι στη Γαλλία των τελευταίων ετών τα προεδρικά όνειρα δεν έχουν ποτέ υπάρξει πιο προσιτά.
Πηγή: tanea.gr

