Πριν από περίπου είκοσι χρόνια, ο Τζάρεντ Ντάιαμοντ στο βιβλίο του «Κατάρρευση: Πώς οι κοινωνίες επιλέγουν να αποτύχουν ή να επιτύχουν» (εκδόσεις Κάτοπρο) υποστήριζε ότι ένας από τους λόγους που «οι κοινωνίες οδηγούνται στην κατάρρευση [είναι] επειδή οι ελίτ τους αποτυγχάνουν να διαβάσουν εγκαίρως τις διάφορες περιβαλλοντικές πιέσεις παρά το γεγονός ότι καθημερινά τις αντιμετωπίζουν». O Ντάιαμοντ δεν ήταν ο πρώτος, αλλά σίγουρα είναι αυτός που «σύστησε» στο ευρύ κοινό την έννοια της περιβαλλοντικής ασφάλειας. Δηλαδή ότι περιβαλλοντικοί και κλιματικοί παράγοντες μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την ύπαρξη ενός κράτους, να οδηγήσουν σε βίαιες συγκρούσεις ή/και να απειλήσουν την ασφάλεια των απλών ανθρώπων. Και παρουσιάζει αρκετά ιστορικά παραδείγματα για το πώς, αν αυτοί που λαμβάνουν τις αποφάσεις αγνοήσουν τα σημάδια, η κατάρρευση είναι αναπόφευκτη.
Αυτή η διαπίστωση είναι αρκετά επίκαιρη σήμερα μιας και η αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής ασφάλειας από την κοινωνία μας φαίνεται να διανύει μια παράδοξη φάση. Περάσαμε από μια περίοδο στην οποία η περιβαλλοντική διάσταση θεωρούνταν σχεδόν απαραίτητο συστατικό κάθε σύγχρονης στρατηγικής ασφάλειας, σε μια περίοδο όπου το ζήτημα απομακρύνεται από το κέντρο της πολιτικής προσοχής. Δεν εξαφανίστηκε. Δεν ακυρώθηκε. Δεν έπαψε να υπάρχει στα στρατηγικά κείμενα. Αλλά σταδιακά μετακινήθηκε στα μετόπισθεν και από προτεραιότητα έγινε υπόμνηση, από θεματική έγινε παράγραφος, από πολιτική ανάγκη έγινε θεσμική αναφορά.
Αυτό είναι ίσως και το πιο ανησυχητικό στοιχείο. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια ανοιχτή άρνηση της περιβαλλοντικής πραγματικότητας ή της αλλαγής του κλίματος. Εχουμε να κάνουμε με κάτι πιο υπόγειο, ειδικά στην Ευρώπη, μια σιωπηρή αποστασιοποίηση. Μια τάση να θεωρούμε ότι, επειδή μιλήσαμε πολύ για την κλιματική αλλαγή, αφού την ενσωματώσαμε κιόλας στις πολιτικές μας, αν συνεχίσουμε να μιλάμε για αυτά τα θέματα θα στεναχωρήσουμε τους συμμάχους μας στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ετσι, ενώ η Ευρώπη αναγνωρίζει εδώ και χρόνια τη σχέση περιβάλλοντος και ασφάλειας, οι περιβαλλοντικές πτυχές δεν ενσωματώνονται ουσιαστικά στις δράσεις ασφάλειας της Ενωσης.
Για να είμαστε όμως ειλικρινείς, σε αυτό δεν μας φταίνε οι σύμμαχοί μας και οι απόψεις του προέδρου Τραμπ. Η Ευρώπη, πολλές φορές το τελευταίο διάστημα, έχει διαφοροποιηθεί από τις ΗΠΑ σε θέματα ασφάλειας – άρα θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί και σε αυτό. Το ουσιαστικό πρόβλημα έγκειται στην ύπαρξη πολλών, διαφορετικών αντιλήψεων για το τι ακριβώς σημαίνει περιβαλλοντική ασφάλεια και για το πώς τα περιβαλλοντικά θέματα μπορούν να απειλήσουν την ευημερία των Ευρωπαίων. Ετσι, βλέπουμε τους ευρωπαϊκούς φορείς χάραξης πολιτικής να στρέφουν το βάρος της προσοχής τους σε διαφορετικά πεδία ασφάλειας και να θεωρούν ότι πρέπει να προσεγγίσουμε τα περιβαλλοντικά θέματα κάθε φορά μέσα από διαφορετικό πρίσμα.
Η περιβαλλοντική ασφάλεια σίγουρα δεν είναι μια μονοδιάστατη πολιτική περιοχή. Είναι ένα πεδίο στο οποίο συναντώνται διαφορετικές αντιλήψεις και προσεγγίσεις όπως η εθνική ασφάλεια, η ανθρώπινη ασφάλεια, η οικολογική ασφάλεια, η κλιματική ασφάλεια, η κοινή ασφάλεια, η περιβαλλοντική βία, η πράσινη άμυνα, αλλά και η περιβαλλοντική συνεργασία και ειρήνη.
Σήμερα η συζήτηση έχει γίνει ακόμη πιο σύνθετη. Η Ευρώπη ζει σε ένα περιβάλλον πολέμου, ενεργειακής ανασφάλειας, τεχνολογικού ανταγωνισμού, αμφισβήτησης της παγκοσμιοποίησης και ταυτόχρονα ανάγκης για στρατηγική αυτονομία. Η ασφάλεια επέστρεψε στο κέντρο της πολιτικής. Η άμυνα επέστρεψε στο κέντρο της ευρωπαϊκής ατζέντας. Η βιομηχανική πολιτική, οι κρίσιμες πρώτες ύλες, οι εφοδιαστικές αλυσίδες, η ενέργεια και οι υποδομές αντιμετωπίζονται πλέον ως ζητήματα υψηλής στρατηγικής σημασίας. Ακόμη και πρόσφατες αναλύσεις για τη βιωσιμότητα αναγνωρίζουν ότι η ενεργειακή μετάβαση πλέον καθορίζεται όλο και περισσότερο από την ασφάλεια και τη στρατηγική αυτονομία, και όχι μόνο από την περιβαλλοντική ρύθμιση.
Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο. Την ίδια στιγμή που η κλιματική και περιβαλλοντική πραγματικότητα γίνεται πιο έντονη, η πολιτική προσοχή μετακινείται σε πιο άμεσα και πιο παραδοσιακά ζητήματα ασφάλειας. Ομως οι καύσωνες, οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες, η λειψυδρία, η απώλεια βιοποικιλότητας, η διάβρωση των ακτών, η ενεργειακή ευαλωτότητα και η πίεση στις υποδομές είναι και αυτά ζητήματα ασφάλειας. Επηρεάζουν το κράτος, την οικονομία, την κοινωνική συνοχή, την υγεία, τη γεωργία, τη μετανάστευση και την περιφερειακή σταθερότητα.
Η κλιματική κρίση δεν λειτουργεί πάντα ως άμεση αιτία σύγκρουσης ή αποσταθεροποίησης. Λειτουργεί όμως ως πολλαπλασιαστής κινδύνων. Επιβαρύνει ήδη αδύναμες κοινωνίες. Εντείνει ανισότητες. Πιέζει τις κρατικές δομές και δοκιμάζει την ανθεκτικότητα των υποδομών. Δημιουργεί νέες ανάγκες για πολιτική προστασία και επηρεάζει την ενεργειακή ασφάλεια. Συμβάλλει στις μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές. Και εν τέλει αποκαλύπτει ποια κράτη έχουν την ικανότητα να σκέφτονται μακροπρόθεσμα και ποια παραμένουν εγκλωβισμένα στη διαχείριση του επείγοντος.
Με μια πρόσφατη ανακοίνωσή (C/2025/4950, 30.12.2025) για την εφαρμογή της Οδηγίας για την Εταιρική Δέουσα Επιμέλεια όσον αφορά τη Βιωσιμότητα (Corporate Sustainability Due Diligence Directive – CSDDD, (EU) 2024/1760) στον αμυντικό τομέα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέστησε σαφές ότι η άμυνα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται εκ των προτέρων ως ένας τομέας αντίθετος στη βιωσιμότητα (sustainability). Τουναντίον, η Επιτροπή έχει αποσαφηνίσει ήδη επανειλημμένα τη σχέση μεταξύ της κοινωνικής βιωσιμότητας και της αμυντικής βιομηχανίας… υπενθυμίζοντας ότι η «αμυντική βιομηχανία της Ενωσης συμβάλλει καθοριστικά στην ανθεκτικότητα και την ασφάλεια της Ενωσης και, ως εκ τούτου, στην ειρήνη και την κοινωνική βιωσιμότητα». Με απλά λόγια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι μια κοινωνία δεν μπορεί να είναι πραγματικά βιώσιμη αν δεν μπορεί να προστατεύσει τους πολίτες της, τις κρίσιμες υποδομές της, την ειρήνη και τη θεσμική της σταθερότητα. Με αυτή την έννοια, η άμυνα μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβάλλει στην κοινωνική βιωσιμότητα και να ενταχθεί στη συζήτηση για τη βιώσιμη χρηματοδότηση
Ομως αυτό δεν πρέπει να οδηγήσει στο να ξεχαστεί η περιβαλλοντική διάσταση της ασφάλειας. Αν δεχόμαστε ότι η άμυνα συμβάλλει στη βιωσιμότητα επειδή προστατεύει την κοινωνία από τις άμεσες απειλές, τότε πρέπει να δεχθούμε ότι και η προστασία του περιβάλλοντος, η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, ο μετριασμός των εκπομπών και η αντιμετώπιση των ακραίων καιρικών φαινομένων πρέπει να αποτελούν μέρος των αμυντικών στρατηγικών που εξασφαλίζουν τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια της κοινωνίας μας. Η Ευρώπη πρέπει να κατανοήσει ότι η ασφάλεια και η βιωσιμότητα είναι δύο διαλεκτικά συνδεδεμένοι χώροι. Η βιωσιμότητα χωρίς ασφάλεια είναι ευάλωτη. Αλλά και η ασφάλεια χωρίς βιωσιμότητα είναι κοντόφθαλμη. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα του παρελθόντος από κοινωνίες που κατέρρευσαν όχι γιατί δεν έβλεπαν τα προβλήματα, αλλά γιατί δεν μπόρεσαν να τα μετατρέψουν εγκαίρως σε δράση. Αυτός είναι και ο κίνδυνος σήμερα. Δεν μας λείπει η γνώση. Δεν μας λείπουν τα δεδομένα. Δεν μας λείπουν οι εκθέσεις. Η Ευρώπη γνωρίζει ότι θερμαίνεται γρηγορότερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο και η έκθεση European State of the Climate 2025 σημειώνει ότι από τη δεκαετία του 1980 η Ευρώπη θερμαίνεται περίπου δύο φορές πιο γρήγορα από τον παγκόσμιο μέσο όρο αλλά και ότι οι καύσωνες, η απώλεια παγετώνων, οι θαλάσσιοι καύσωνες και οι πιέσεις στα οικοσυστήματα εντείνονται. Συνεπώς το ερώτημα δεν είναι αν γνωρίζουμε. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να δράσουμε με βάση αυτά που γνωρίζουμε.
Η περιβαλλοντική ασφάλεια πρέπει, λοιπόν, να επιστρέψει στο κέντρο της ευρωπαϊκής σκέψης όχι ως μόδα, όχι ως επικοινωνιακή υπερβολή και όχι ως ακόμη ένας όρος σε στρατηγικά κείμενα. Πρέπει να επιστρέψει ως πρακτική ανάγκη και τρόπος οργάνωσης της ετοιμότητας μας. Ως εργαλείο πρόληψης και ως κριτήριο χρηματοδότησης. Ως μέρος της πολιτικής προστασίας και ως δείκτης ανθεκτικότητας των κοινωνιών μας.
Γι’ αυτό και η περιβαλλοντική ασφάλεια δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως περιφερειακό θέμα πράσινης πολιτικής. Πρέπει να είναι κεντρικό ζήτημα στρατηγικής ασφάλειας. Αγγίζει την εθνική ασφάλεια, γιατί αφορά τις υποδομές, την ενέργεια, τα σύνορα και τη λειτουργία του κράτους. Αγγίζει την ανθρώπινη ασφάλεια, γιατί αφορά την υγεία, την τροφή, το νερό, την κατοικία και την επιβίωση. Αγγίζει την οικολογική ασφάλεια, γιατί η κατάρρευση των οικοσυστημάτων δεν είναι αφηρημένη περιβαλλοντική απώλεια αλλά απώλεια των ίδιων των βάσεων της κοινωνικής ζωής. Αγγίζει την κοινή ασφάλεια, γιατί καμία χώρα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνη της φαινόμενα που υπερβαίνουν τα σύνορα.
Η Ευρώπη σήμερα δεν χρειάζεται απλώς περισσότερη άμυνα. Χρειάζεται βαθύτερη κατανόηση της ασφάλειας. Χρειάζεται να καταλάβει ότι οι αργές κρίσεις δεν είναι λιγότερο επικίνδυνες από τις ξαφνικές. Οτι η κλιματική πίεση δεν περιμένει να τελειώσουν οι πόλεμοι για να συνεχίσει να μετασχηματίζει τις κοινωνίες. Οτι η ανθεκτικότητα δεν είναι σύνθημα, αλλά ικανότητα θεσμών και κοινωνιών να συνδέουν το άμεσο με το μακροπρόθεσμο. Αν υπάρχει ένα μάθημα από τον Diamond, είναι ότι οι κοινωνίες δεν επιβιώνουν ή καταρρέουν απλά εξαιτίας των απειλών που αντιμετωπίζουν, αλλά κυρίως από το πώς τις αντιλαμβάνονται και τις αντιμετωπίζουν. Από το αν έχουν την ωριμότητα να δουν πέρα από τον ορίζοντα της άμεσης πίεσης. Από το αν οι ελίτ τους μπορούν να υπερβούν τα βραχυπρόθεσμα συμφέροντα και να προστατεύσουν τις μακροπρόθεσμες προϋποθέσεις επιβίωσης.
Η περιβαλλοντική ασφάλεια είναι μια πρόκληση που δεν θα εκλείψει επειδή εμείς θα (επιλέξουμε να) την μετακινήσουμε στο περιθώριο. Δυστυχώς, η πραγματικότητα δεν αποσύρεται επειδή εμείς δεν θέλουμε να τη βάλουμε στην ατζέντα.
Πηγή: tanea.gr

