Η εικόνα είναι από μόνη της αποκαλυπτική. Αντιπροσωπεία των Ταλιμπάν ταξιδεύει στις Βρυξέλλες, λαμβάνει ειδική θεώρηση εισόδου από το Βέλγιο και συμμετέχει σε συναντήσεις με αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κρατών-μελών για το θέμα των επιστροφών μεταναστών στο Αφγανιστάν. Κι όμως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφεύγει επιμελώς να δώσει πολιτική διάσταση στο γεγονός, επιμένοντας ότι πρόκειται αποκλειστικά για «τεχνικές επαφές» και όχι για αναγνώριση του καθεστώτος των Ταλιμπάν.
Η στάση αυτή αποτυπώνει το δύσκολο ισοζύγιο που προσπαθεί να διατηρήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Από τη μία πλευρά, οι Βρυξέλλες εξακολουθούν να θεωρούν ότι το καθεστώς που κυβερνά το Αφγανιστάν από το 2021 δεν πληροί τις βασικές προϋποθέσεις διεθνούς αναγνώρισης, κυρίως λόγω των εκτεταμένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ιδιαίτερα των δικαιωμάτων των γυναικών και των κοριτσιών. Από την άλλη πλευρά, η διαχείριση του μεταναστευτικού ζητήματος οδηγεί ολοένα και περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις στην ανάγκη πρακτικής συνεργασίας με τις αρχές που ελέγχουν σήμερα τη χώρα.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι επαφές αυτές πραγματοποιούνται κατόπιν αιτήματος είκοσι κρατών-μελών, τα οποία ζητούν καλύτερο συντονισμό για τις επιστροφές Αφγανών μεταναστών που δεν δικαιούνται διεθνή προστασία ή θεωρούνται απειλή για τη δημόσια ασφάλεια. Η πρώτη συνάντηση πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο στην Καμπούλ και πλέον η διαδικασία μεταφέρεται στην ευρωπαϊκή πρωτεύουσα.
Το γεγονός ότι οι Βρυξέλλες αποφεύγουν να ανακοινώσουν ακόμη και τον ακριβή τόπο των συναντήσεων δείχνει πόσο ευαίσθητο θεωρείται το θέμα. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί γνωρίζουν ότι κάθε εικόνα επίσημης υποδοχής των Ταλιμπάν μπορεί να ερμηνευθεί ως έμμεση πολιτική νομιμοποίηση ενός καθεστώτος που εξακολουθεί να βρίσκεται στο στόχαστρο της διεθνούς κοινότητας.
Οι επικρίσεις δεν άργησαν να εμφανιστούν. Ο ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ για το Αφγανιστάν, Ρίτσαρντ Μπένετ, έχει ήδη εκφράσει σοβαρές ανησυχίες για τις συζητήσεις σχετικά με αναγκαστικές επιστροφές μεταναστών. Σύμφωνα με τη θέση των Ηνωμένων Εθνών, η απέλαση ανθρώπων σε μια χώρα όπου κινδυνεύουν να υποστούν διώξεις ή σοβαρές παραβιάσεις δικαιωμάτων μπορεί να παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης, έναν από τους βασικούς πυλώνες του διεθνούς προσφυγικού δικαίου.
Η ανησυχία αφορά ιδιαίτερα τις γυναίκες, τα μέλη του πρώην κρατικού μηχανισμού, τους δημοσιογράφους, τους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων και άλλες ομάδες που θεωρούνται ευάλωτες απέναντι στο καθεστώς των Ταλιμπάν. Διεθνείς οργανώσεις επισημαίνουν ότι η κατάσταση των δικαιωμάτων στο Αφγανιστάν έχει επιδεινωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με τις γυναίκες να αποκλείονται από μεγάλο μέρος της δημόσιας ζωής.
Παρά τις αντιδράσεις, η πραγματικότητα είναι ότι η Ευρώπη αλλάζει σταδιακά προσέγγιση. Η αύξηση των μεταναστευτικών πιέσεων, η πολιτική άνοδος κομμάτων που ζητούν αυστηρότερο έλεγχο των συνόρων και η δυσκολία εφαρμογής των αποφάσεων επιστροφής οδηγούν τις κυβερνήσεις σε πιο πραγματιστικές λύσεις. Η συνεργασία με τρίτες χώρες, ακόμη και με κυβερνήσεις που δεν χαίρουν διεθνούς αναγνώρισης, αρχίζει να θεωρείται από πολλούς αναγκαίο εργαλείο.
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι αν αυτή η πρακτική συνεργασία μπορεί να παραμείνει πραγματικά «τεχνική». Διότι στη διεθνή πολιτική, κάθε συνάντηση, κάθε διάλογος και κάθε επίσημη επαφή δημιουργεί συμβολισμούς. Και όσο οι Ταλιμπάν αναζητούν διεθνή νομιμοποίηση, τόσο δυσκολότερο γίνεται για την Ευρωπαϊκή Ένωση να πείσει ότι οι επαφές αυτές δεν έχουν πολιτική σημασία.
Η συζήτηση που ανοίγει δεν αφορά μόνο το Αφγανιστάν. Αφορά συνολικά το μέλλον της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής και τα όρια ανάμεσα στον πολιτικό ρεαλισμό και τις θεμελιώδεις αξίες πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πηγή: tanea.gr

