Πρόσφατες αναλύσεις στον δυτικό Τύπο, όπως το σημερινό ρεπορτάζ του πρακτορείου Reuters, αναδεικνύουν την αυξανόμενη πίεση που ασκείται στη ρωσική ηγεσία από τις πιο σκληροπυρηνικές φωνές στο εσωτερικό της χώρας. Οι συγκεκριμένοι κύκλοι ζητούν επιτακτικά την εγκατάλειψη των διπλωματικών διαύλων και την υιοθέτηση ακραίων στρατιωτικών μέτρων —ακόμη και τη χρήση μη συμβατικών όπλων— ως απάντηση στις εντεινόμενες ουκρανικές επιθέσεις στο εσωτερικό της Ρωσίας. Ωστόσο, αναλύοντας τα δεδομένα στο πεδίο και τις γεωπολιτικές ισορροπίες, καθίσταται σαφές ότι η άρνηση της Μόσχας να κλιμακώσει τη σύγκρουση με αυτούς τους όρους δεν αποτελεί ένδειξη δισταγμού, αλλά μια αυστηρά υπολογισμένη στρατηγική επιλογή.
Η απόκλιση στις στρατιωτικές τακτικές
Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται μια αλλαγή στην τακτική προσέγγιση του Κιέβου, το οποίο επεκτείνει τα πλήγματά του σε πολιτικούς στόχους και υποδομές, εντός της ρωσικής επικράτειας ή των περιοχών που ελέγχει η Μόσχα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο πρόσφατος βομβαρδισμός σε φοιτητική εστία στο Λουγκάνσκ, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο 21 νέων ανθρώπων.
Η ρητορική των Ρώσων εθνικιστών απαιτεί την υιοθέτηση ανάλογων μεθόδων και την εφαρμογή συμμετρικών αντιποίνων σε αστικά κέντρα. Εντούτοις, σε θεσμικό και επιχειρησιακό επίπεδο, το ρωσικό επιτελείο φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι μια τέτοια πρακτική δεν εξυπηρετεί τους αντικειμενικούς σκοπούς της στρατιωτικής του εκστρατείας. Η στόχευση αμάχων ή η ισοπέδωση κυβερνητικών κτιρίων, μολονότι ικανοποιεί την εγχώρια κοινή γνώμη, δεν μεταβάλλει άμεσα τους συσχετισμούς δυνάμεων στο μέτωπο.
Ο παράγοντας της Δύσης και η παγίδα της νομιμοποίησης
Ο σημαντικότερος, ωστόσο, λόγος για τον οποίο το Κρεμλίνο αποφεύγει την ακραία κλιμάκωση εντοπίζεται στη διαχείριση της διπλωματικής σκακιέρας σε σχέση με τη Δύση. Οι δυτικές πρωτεύουσες, έως σήμερα, αποφεύγουν να καταδικάσουν τις ουκρανικές επιθέσεις σε πολιτικούς στόχους, οι οποίες επιφέρουν απώλειες αμάχων, αντιμετωπίζοντάς τις ως αναπόσπαστο μέρος του δικαιώματος της Ουκρανίας στην αυτοάμυνα.
Εάν ο Βλαντίμιρ Πούτιν ενέδιδε στις πιέσεις των «γερακιών» για μαζικά αντίποινα ή για κινήσεις εκτός του πλαισίου του συμβατικού πολέμου (όπως προτείνεται για το πυρηνικό οπλοστάσιο), θα ανέτρεπε πλήρως το διεθνές πλαίσιο της σύγκρουσης. Μια τέτοια κίνηση θα παρείχε στη Δύση την απαραίτητη νομιμοποιητική βάση όχι μόνο για να δικαιολογήσει εκ των υστέρων τα αμφιλεγόμενα ουκρανικά πλήγματα, αλλά και για να κλιμακώσει την εμπλοκή της. Αντιθέτως, διατηρώντας τη σύγκρουση εντός των υφιστάμενων ορίων, η Μόσχα περιορίζει τα περιθώρια των δυτικών κρατών να επιχειρηματολογήσουν υπέρ μιας αλλαγής επιπέδου στην υποστήριξη που παρέχουν στο Κίεβο.
Προτεραιότητα στον έλεγχο του εδάφους
Η ρωσική προσέγγιση επιβεβαιώνεται από την εξέλιξη των ίδιων των πολεμικών επιχειρήσεων. Οι στρατιωτικές δυνάμεις της Μόσχας εστιάζουν τους πόρους και τον σχεδιασμό τους αποκλειστικά στην προέλαση επί του εδάφους. Αυτή τη στιγμή, η προσήλωση της στρατιωτικής διοίκησης εντοπίζεται στην κατάληψη καίριων υλικοτεχνικών κόμβων. Ένα σαφές παράδειγμα αυτής της τακτικής είναι η εν εξελίξει πολιορκία της Κονσταντινίφκα, μιας κομβικής πόλης στο Ντανμπάς, της οποίας η πτώση θεωρείται πλέον άμεσα επικείμενη, σύμφωνα με τις αναφορές από το μέτωπο.
Συνοψίζοντας, η επιλογή της Μόσχας να παραμένει συγκρατημένη απέναντι στις εσωτερικές προτροπές για την εκθετική αύξηση της βίας υπαγορεύεται από τον γεωπολιτικό ορθολογισμό. Εστιάζοντας στην επίτευξη συμβατικών στρατιωτικών νικών και αρνούμενη να εγκλωβιστεί σε έναν κύκλο ασύμμετρων αντιποίνων κατά πολιτικών στόχων, η ρωσική ηγεσία διαφυλάττει το επιχειρησιακό της πλεονέκτημα, αποτρέποντας παράλληλα μια ευρύτερη διεθνοποίηση του πολέμου.
Πηγή: in.gr

