Υστερα από εβδομάδες πολέμου, πλήγματα και απώλειες, μια πρωτοφανή ενεργειακή αναστάτωση και τη μετατροπή των Στενών του Ορμούζ σε παγκόσμιο γεωπολιτικό σημείο ασφυξίας, η προκαταρκτική συμφωνία που ανακοίνωσαν οι ΗΠΑ, το Ιράν και ο βασικός διαμεσολαβητής Πακιστάν ανοίγει έναν δρόμο αποκλιμάκωσης. Το μνημόνιο κατανόησης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν υπεγράφη χθες από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς και τον πρόεδρο του ιρανικού κοινοβουλίου Μοχάμεντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, ενώ επίσημη τελετή υπογραφής θα ακολουθήσει την Παρασκευή και το κείμενο θα δοθεί στη δημοσιότητα αργότερα.
Προβλέπει τον τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου, τη σταδιακή επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, την έναρξη νέου κύκλου διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης και ένα πλαίσιο σταδιακής άρσης κυρώσεων. Ωστόσο, πίσω από τους πανηγυρισμούς της Ουάσιγκτον και τις προσεκτικές δηλώσεις της Τεχεράνης κρύβεται μια πραγματικότητα πολύ πιο σύνθετη: η συμφωνία δεν αποτελεί μόνιμη διευθέτηση αλλά μια παράταση για 60 μέρες της υφιστάμενης εκεχειρίας με αγκάθια και αμοιβαίες επιφυλάξεις.
Και οι δύο πλευρές επιθυμούσαν τελικά μια συμφωνία. Ωστόσο, ο Τραμπ βρέθηκε αντιμέτωπος με ολοένα δυσκολότερες επιλογές για να καταφέρει να την ολοκληρώσει, έχοντας ενθαρρυνθεί να πάει σε πόλεμο από τον ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, υπογραμμίζουν αναλυτές. «Βρισκόμασταν σε μια δυναμική όπου όλοι έχαναν, και αν συνέχιζαν τον πόλεμο, η εναλλακτική θα ήταν απλώς χειρότερη και για τις δύο πλευρές», ανέφερε ο Αλί Βάεζ του think tank International Crisis Group. Αρθρο στη «Haaretz» υπογραμμίζει επίσης ως «λάθος» το ότι το Ισραήλ έπαιζε δεύτερο ρόλο στην επίθεση κατά του Ιράν κι αυτό είχε «παρενέργειες».
Φτάνοντας στη σύνοδο της G7 χθες, ο αμερικανός πρόεδρος είπε ότι δεν θα υπάρξει χαλάρωση των κυρώσεων προς τους Ιρανούς μέχρι να εκπληρώσουν τα προαπαιτούμενα, επανέλαβε τα περί απαγόρευσης στην Τεχεράνη να αποκτήσει πυρηνικό όπλο και μίλησε για αυστηρή εποπτεία. Δήλωσε ότι δεν χρειάζεται διεθνή βοήθεια για να ανοίξουν τα Στενά αλλά «δεν είναι κακή ιδέα» ένα δυο πλοία από κάποιες χώρες. Είπε ότι δεν γνωρίζει αν ο ίδιος παρευρεθεί στην τελετή υπογραφής, αλλά ο αντιπρόεδρος θα είναι εκεί.
1. ΣΤΕΝΑ ΤΟΥ ΟΡΜΟΥΖ
Η καρδιά της παγκόσμιας οικονομίας παραμένει ανοιχτή πληγή
Το πρώτο και ίσως σημαντικότερο αγκάθι αφορά τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η συμφωνία προβλέπει το σταδιακό άνοιγμα των Στενών και την απομάκρυνση ναρκών, ενώ το Ιράν δεσμεύεται να μην επιβάλει τέλη διέλευσης για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Ομως εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη παγίδα: το μνημόνιο κατανόησης έχει διάρκεια μόλις 60 ημερών και στη συνέχεια προβλέπεται νέος περιφερειακός διάλογος για το καθεστώς λειτουργίας της θαλάσσιας οδού.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναμένουν ότι τα Στενά του Ορμούζ θα είναι ανοικτά μακροπρόθεσμα χωρίς την επιβολή διοδίων, δήλωσε σε συνέντευξή του στο CNBC ο αμερικανός αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς. Ανάλογες δηλώσεις είχε κάνει προηγουμένως και ο Τραμπ.
Παράλληλα, ιρανικές πηγές εξακολουθούν να μιλούν για «ιρανικές ρυθμίσεις» στη λειτουργία των Στενών, ενώ υπάρχουν αναφορές ότι η Τεχεράνη επιθυμεί να επιβάλει στην πράξη τέλη ή χρεώσεις υπηρεσιών στα διερχόμενα πλοία. Αυτή η διάσταση προκαλεί ανησυχία όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και στα αραβικά κράτη του Κόλπου, τα οποία βλέπουν τον κίνδυνο να μετατραπεί το Ορμούζ σε εργαλείο πολιτικής πίεσης του Ιράν ακόμη και μετά την ειρήνευση.
«Πιθανότατα δεν θα επιστρέψουμε σε φυσιολογικές συνθήκες μέσα σε διάστημα δύο εβδομάδων, αλλά θα δούμε σημαντική αύξηση στην κίνηση στα Στενά», σύμφωνα με αμερικανό αξιωματούχο.
2. ΛΙΒΑΝΟΣ
Το πιο προφανές σημείο ανάφλεξης
Το δεύτερο αγκάθι βρίσκεται στον Λίβανο και στη σχέση Ισραήλ – Χεζμπολάχ. Η συμφωνία προβλέπει ρητά τον τερματισμό των επιχειρήσεων και στο λιβανικό μέτωπο, με το Πακιστάν, το Ιράν και τον ίδιο τον Τραμπ να επιμένουν ότι η αποκλιμάκωση πρέπει να είναι συνολική. Αν και οι μάχες στον Νότιο Λίβανο υποχώρησαν, ισραηλινή επίθεση με drone σκότωσε ένα άτομο και οι Αρχές προειδοποίησαν τους εκτοπισμένους να μη σπεύσουν να επιστρέψουν στα σπίτια τους καθώς το Ισραήλ τόνισε ότι θα διατηρήσει δυνάμεις στον Νότο.
Ηδη πριν από την οριστικοποίηση της συμφωνίας, ισραηλινά πλήγματα στη Βηρυτό υπενθύμισαν πόσο εύκολα μπορεί να εκτροχιαστεί η διαδικασία.
«Η συμφωνία δεν δείχνει να δεσμεύει το Ισραήλ, το οποίο αμέσως μετά γνωστοποίησε ότι δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος. Επομένως είναι απίθανο να υπάρξει ισραηλινή αποχώρηση από τον Νότιο Λίβανο», εκτιμά ο Καρίμ Μπιτάρ, που διδάσκει στο Sciences Po Paris. Προσθέτει ότι ο Λίβανος θα μπορούσε «για μία ακόμη φορά να είναι το εξιλαστήριο θύμα που θα πληρώσει ταυτόχρονα τον αμερικανικό ερασιτεχνισμό, τον ιρανικό κυνισμό, την ισραηλινή ύβριν και την απουσία σαφούς στρατηγικής από τη δική του πολιτική τάξη».
Το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Η κυβέρνηση Νετανιάχου εμφανίζεται δυσαρεστημένη από τη συμφωνία, ιδιαίτερα επειδή προβλέπει τον τερματισμό της εκστρατείας κατά της Χεζμπολάχ. Εάν υπάρξει νέο επεισόδιο στα βόρεια σύνορα του Ισραήλ, η πολιτική πίεση προς την ισραηλινή ηγεσία για νέα στρατιωτική απάντηση θα είναι τεράστια. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Ιράν δύσκολα θα μείνει αδρανές και ο κύκλος της κλιμάκωσης μπορεί να επανεκκινήσει.
3. ΠΥΡΗΝΙΚΑ
Η μεγάλη εκκρεμότητα μεταφέρεται στο μέλλον
Το τρίτο και κρισιμότερο ίσως αγκάθι αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Παρά τις θριαμβολογίες της αμερικανικής πλευράς, η συμφωνία μεταθέτει το πυρηνικό ζήτημα σε νέο γύρο διαπραγματεύσεων που αναμένεται να ξεκινήσει στην Ελβετία.
Σε έναν πόλεμο με ελάχιστους συνεκτικούς αμερικανικούς στόχους, μία σταθερά στη στάση του Τραμπ ήταν η επιμονή του ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ τη δυνατότητα ανάπτυξης πυρηνικών όπλων. Αυτό είναι κάτι που η Τεχεράνη πάντοτε υποστήριζε ότι ήδη ίσχυε, επικαλούμενη φετφά του εκλιπόντος ανώτατου ηγέτη, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ο οποίος απαγόρευε τη χρήση πυρηνικών όπλων – κι ας εμπλούτιζε η χώρα ουράνιο σε επίπεδα κοντά σε εκείνα που απαιτούνται για πυρηνικά όπλα.
Σύμφωνα με τον αμερικανό πρόεδρο, οι Ιρανοί δεν θα μπορούν «ποτέ να ξεπεράσουν ένα συγκεκριμένο όριο», αν και όταν ρωτήθηκε αν αυτό το όριο είναι το ίδιο με εκείνο της συμφωνίας της εποχής Ομπάμα (3,67%) απάντησε μόνο ότι «θα μπορούν να εμπλουτίζουν μόνο για μη στρατιωτικούς σκοπούς. Για πάντα».
Οι διαφωνίες παραμένουν τεράστιες. Το Ιράν διαθέτει σήμερα αποθέματα ουρανίου εμπλουτισμένου έως και 60%, επίπεδο που απέχει σχετικά λίγο από τη στρατιωτική χρήση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο υλικό, το απόθεμα αυτό θα μπορούσε θεωρητικά να μετατραπεί σε καύσιμο για 10 έως 12 πυρηνικά όπλα.
Οι ΗΠΑ ζητούν ουσιαστικό περιορισμό του εμπλουτισμού, απομάκρυνση αποθεμάτων και αυστηρό καθεστώς επιθεωρήσεων. Το Ιράν, από την πλευρά του, επιδιώκει χειροπιαστά ανταλλάγματα: άρση κυρώσεων, αποδέσμευση παγωμένων περιουσιακών στοιχείων και επιστροφή στην παγκόσμια οικονομία.
Το πρόβλημα είναι ότι καμία από αυτές τις παραχωρήσεις δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί. Ακόμη και η άρση των κυρώσεων συνδέεται με την πρόοδο των συνομιλιών και θα εφαρμοστεί σταδιακά. Η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία του 2015 εξακολουθεί να αποτελεί τραύμα για την ιρανική ηγεσία και βασική πηγή δυσπιστίας.
ΤΟ «ΕΞΤΡΑ» ΠΡΟΒΛΗΜΑ
Οι σκληροπυρηνικοί όλων των πλευρών
Καθώς δεν υπήρξε ξεκάθαρος νικητής στον πόλεμο, οποιαδήποτε ειρηνευτική συμφωνία έπρεπε να είναι προϊόν συμβιβασμού. Το χαρακτηριστικότερο σημάδι είναι ότι οι σκληροπυρηνικοί όλων των πλευρών είναι δυσαρεστημένοι με αυτήν.
Στο Ισραήλ, σημαντικό μέρος του πολιτικού και στρατιωτικού κατεστημένου θεωρεί ότι το Ιράν βγαίνει από τον πόλεμο λιγότερο αποδυναμωμένο απ’ όσο αναμενόταν. Η προοπτική τερματισμού των επιχειρήσεων κατά της Χεζμπολάχ αντιμετωπίζεται από πολλούς ως στρατηγική υποχώρηση.
Την ίδια στιγμή, στο Ιράν οι αντιδράσεις είναι εξίσου έντονες. Η ανακοίνωση της συμφωνίας προκάλεσε αντιδράσεις σκληροπυρηνικών, οι οποίοι κατηγορούν την ηγεσία ότι παραχωρεί το σημαντικότερο διαπραγματευτικό της χαρτί – τον έλεγχο του Ορμούζ – με αντάλλαγμα υποσχέσεις για άρση κυρώσεων που ενδέχεται να μην υλοποιηθούν ποτέ.
Η ενίσχυση των Φρουρών της Επανάστασης μετά τον πόλεμο και η διαδοχή στην ανώτατη ηγεσία δημιουργούν επιπλέον αβεβαιότητες για το ποιος θα καθορίζει τελικά τη στρατηγική της Τεχεράνης τους επόμενους μήνες.
Αυτοί οι εσωτερικοί αντίπαλοι της συμφωνίας δεν χρειάζονται μια γενικευμένη σύγκρουση για να την τινάξουν στον αέρα. Ενα μεμονωμένο επεισόδιο στον Λίβανο, μια διαφωνία για τις επιθεωρήσεις ή μια νέα ένταση στο Ορμούζ μπορεί να αρκούν.
«Ο Ομπάμα χρειάστηκε δύο χρόνια για να πετύχει τη συμφωνία για τα πυρηνικά. Συζητήθηκε κάθε κόμμα, κάθε ρήτρα. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να επιτευχθούν σταθερές συμφωνίες. Ο Τραμπ, αντίθετα, άλλαξε στρατηγική πάρα πολλές φορές. Εξαπατήθηκε από τον Νετανιάχου, ο οποίος του είχε πει ότι θα ήταν εύκολο να ανατραπεί το καθεστώς. Και ενεπλάκη σε έναν πόλεμο χωρίς να προβλέψει το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Το αποτέλεσμα είναι ότι μια πιο αδύναμη δύναμη πολέμησε με φθηνά drones εναντίον εξελιγμένων αλλά πανάκριβων όπλων, οδηγώντας στο σημερινό αδιέξοδο. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σημαντικό μάθημα, το οποίο θα αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι χώρες αγοράζουν όπλα και εξοπλίζουν τους στρατούς τους», σχολιάζει στη «Repubblica» ο διακεκριμένος ιστορικός και συγγραφέας Μάικλ Ιγκνάτιεφ.
Πηγή: tanea.gr

