Νομικός σύμβουλος του Δικαστηρίου της ΕΕ επιβεβαιώνει ότι οι Βρυξέλλες δεν υπήρξαν επαρκώς διαφανείς στις συμφωνίες αγοράς εμβολίων κατά της Covid-19
Ένα ακόμη σοβαρό πλήγμα δέχεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην πολύκροτη υπόθεση των συμβάσεων προμήθειας εμβολίων κατά της Covid-19, καθώς νομικός σύμβουλος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβεβαίωσε ότι οι Βρυξέλλες δεν παρείχαν επαρκή πρόσβαση σε κρίσιμες πληροφορίες που αφορούσαν τις συμφωνίες δισεκατομμυρίων ευρώ με τις φαρμακευτικές εταιρείες κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
Η νέα αυτή εξέλιξη αναζωπυρώνει μια συζήτηση που δεν έχει σταματήσει από το 2021 και αφορά το κατά πόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτούργησε με πλήρη διαφάνεια όταν διαπραγματευόταν και υπέγραφε συμβόλαια για την προμήθεια εμβολίων εν μέσω της μεγαλύτερης υγειονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών.
Η υπόθεση αφορά τις κοινές αγορές εμβολίων που πραγματοποίησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για λογαριασμό των κρατών-μελών την περίοδο 2020-2021. Εκείνη την εποχή, καθώς η πανδημία σάρωνε την Ευρώπη και οι κυβερνήσεις αναζητούσαν επειγόντως λύσεις για την προστασία των πολιτών τους, η Κομισιόν ανέλαβε να διαπραγματευτεί και να εξασφαλίσει εκατοντάδες εκατομμύρια δόσεις εμβολίων από μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες.
Οι συμφωνίες αυτές είχαν τεράστια οικονομική και πολιτική σημασία. Το συνολικό ύψος των συμβάσεων ανερχόταν σε περίπου 2,7 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ επηρέαζε άμεσα τις στρατηγικές δημόσιας υγείας ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για τον λόγο αυτό, ευρωβουλευτές, δημοσιογράφοι, οργανώσεις και ιδιώτες πολίτες ζήτησαν να αποκτήσουν πλήρη πρόσβαση στα συμβόλαια και στα στοιχεία των διαπραγματεύσεων.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέτρεψε μόνο μερική πρόσβαση στα έγγραφα. Σημαντικά τμήματα των συμβολαίων είχαν διαγραφεί ή καλυφθεί, ενώ μεταξύ των πληροφοριών που παρέμειναν μυστικές ήταν τα ονόματα των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας και ορισμένες κρίσιμες ρήτρες που αφορούσαν την αποζημίωση των φαρμακευτικών εταιρειών σε περίπτωση νομικών αξιώσεων ή αποζημιώσεων.
Η απόφαση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι οι πολίτες είχαν δικαίωμα να γνωρίζουν ποιοι διαπραγματεύτηκαν συμβόλαια τέτοιου μεγέθους και υπό ποιους ακριβώς όρους υπογράφηκαν οι συμφωνίες που χρηματοδοτήθηκαν από δημόσιους πόρους.
Το 2024 το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι η Κομισιόν δεν είχε ενεργήσει με επαρκή διαφάνεια και δικαίωσε σε μεγάλο βαθμό τους προσφεύγοντες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντέδρασε καταθέτοντας έφεση, επιχειρώντας να ανατρέψει την απόφαση.
Προτεραιότητα η διαφάνεια
Η νέα γνωμοδότηση του γενικού εισαγγελέα του Δικαστηρίου έρχεται ουσιαστικά να ενισχύσει το σκεπτικό της αρχικής απόφασης. Ο νομικός σύμβουλος απορρίπτει τα βασικά επιχειρήματα της Επιτροπής και υποστηρίζει ότι η διαφάνεια στη διαδικασία διαπραγμάτευσης εξυπηρετεί σαφώς το δημόσιο συμφέρον.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το ζήτημα των ονομάτων των διαπραγματευτών. Η Κομισιόν είχε υποστηρίξει ότι η δημοσιοποίησή τους θα μπορούσε να επηρεάσει την ιδιωτική ζωή ή την προσωπική ασφάλεια των εμπλεκομένων. Ωστόσο, ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι η ανωνυμοποίηση των εγγράφων δεν επιτρέπει στους πολίτες να διαπιστώσουν εάν υπήρξαν ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων ή να αξιολογήσουν την αμεροληψία όσων συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις.
Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση, η απλή δημοσίευση ανώνυμων δηλώσεων περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων δεν αρκεί για να εξασφαλίσει πραγματικό δημόσιο έλεγχο. Με άλλα λόγια, η διαφάνεια δεν εξαντλείται στη διαβεβαίωση ότι όλα έγιναν σωστά. Προϋποθέτει τη δυνατότητα των πολιτών να ελέγξουν οι ίδιοι τα δεδομένα.
Εξίσου σημαντικό είναι και το δεύτερο σκέλος της υπόθεσης, που αφορά τις ρήτρες αποζημίωσης των φαρμακευτικών εταιρειών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε υποστηρίξει ότι η δημοσιοποίησή τους θα μπορούσε να δημιουργήσει νομικούς κινδύνους ή να ενθαρρύνει καταχρηστικές συμπεριφορές σε μελλοντικές δικαστικές υποθέσεις.
Ο γενικός εισαγγελέας απορρίπτει και αυτό το επιχείρημα. Όπως επισημαίνει, οι συγκεκριμένες ρήτρες δεν επηρεάζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να προκύψει ευθύνη των φαρμακευτικών εταιρειών απέναντι σε τρίτους. Αφορούν κυρίως τους μηχανισμούς οικονομικού διακανονισμού μεταξύ κρατών-μελών και εταιρειών σε περίπτωση που αναγνωριστεί τέτοια ευθύνη.
Η ερμηνεία αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς αγγίζει ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα της πανδημίας: τους όρους με τους οποίους οι κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί εξασφάλισαν πρόσβαση στα εμβόλια σε μια περίοδο πρωτοφανούς πίεσης και αβεβαιότητας.
Αν και η γνωμοδότηση του γενικού εισαγγελέα δεν είναι δεσμευτική, στην πράξη έχει βαρύνουσα σημασία. Σε αρκετές περιπτώσεις το Δικαστήριο ακολουθεί το σκεπτικό των νομικών του συμβούλων, αν και δεν υποχρεούται να το πράξει. Η τελική απόφαση αναμένεται σε μεταγενέστερο χρόνο και θα καθορίσει οριστικά το εύρος των υποχρεώσεων διαφάνειας που έχει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε τόσο κρίσιμες υποθέσεις.
Πέρα όμως από τη νομική διάσταση, η υπόθεση έχει και έντονο πολιτικό χαρακτήρα. Οι επικριτές της Κομισιόν θεωρούν ότι οι αποφάσεις που λήφθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας πρέπει να ελεγχθούν με τη μέγιστη δυνατή διαφάνεια, καθώς αφορούσαν τεράστια ποσά δημόσιου χρήματος και επηρέασαν εκατοντάδες εκατομμύρια Ευρωπαίους πολίτες.
Από την άλλη πλευρά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης χρειάστηκε να κινηθεί γρήγορα για να εξασφαλίσει εμβόλια σε μια περίοδο έντονου παγκόσμιου ανταγωνισμού και ότι ορισμένα στοιχεία έπρεπε να παραμείνουν εμπιστευτικά για λόγους προστασίας των διαπραγματεύσεων και των εμπορικών συμφερόντων.
Η τελική απόφαση του Δικαστηρίου θα αποτελέσει πιθανότατα ορόσημο για το πώς η Ευρωπαϊκή Ένωση θα ισορροπεί στο μέλλον ανάμεσα στη διαφάνεια, την προστασία ευαίσθητων πληροφοριών και το δικαίωμα των πολιτών να γνωρίζουν πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή τους. Έξι χρόνια μετά το ξέσπασμα της πανδημίας, η μάχη για τις συμβάσεις των εμβολίων εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο ευαίσθητες πολιτικές και θεσμικές υποθέσεις στις Βρυξέλλες.
Πηγή: in.gr

