Νέος πρωθυπουργός στο Ην. Βασίλειο, μετά την παραίτηση του Κιρ Στάρμερ, πιθανότατα θα είναι ο πρώην δήμαρχος του Μάντσεστερ, Άντι Μπέρναμ. Προβάλλει ως ο επικρατέστερος υποψήφιος στο κόμμα των Εργατικών, οι οποίοι έχοντας την κοινοβουλευτική πλειοψηφία διατηρούν το δικαίωμα σχηματισμού κυβέρνησης. Η πολιτική επιβίωσή του, όμως, ενδέχεται να εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό και από το Ουκρανικό.
Παρότι υπήρξε υπουργός του αμφιλεγόμενου Τόνι Μπλερ, ο Μπέρναμ, έχει μια ατζέντα τολμηρών εθνικοποιήσεων και κοινωνικών ενισχύσεων. Μεγαλύτερη πρόκληση θα είναι να βρει τα χρήματα για ανάπτυξη, τη στιγμή που η χώρα του υποφέρει από ένα δημόσιο χρέος 94% του ΑΕΠ. Εδώ όμως έρχεται το ζήτημα της Ουκρανίας, το οποίο συνέβαλε στην πολιτική φθορά του Στάρμερ. Ο παραιτηθείς βρετανός πρωθυπουργός είχε ακολουθήσει κατά γράμμα την πολιτική – Συντηρητικών και Εργατικών – ενίσχυσης του πολέμου δι’ αντιπροσώπων στην Ουκρανία, που έχει κοστίσει 21,8 δισ. λίρες στη Βρετανία. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση είναι οικονομικά σε τόσο δεινή θέση που για να εξοικονομήσει χρήματα αποπειράθηκε να περικόψει 5 δισ. λιρών σε κοινωνικές παροχές. Μια τέτοια κίνηση όμως προκάλεσε αντιδράσεις και ο Στάρμερ αναγκάστηκε να υπαναχωρήσει.
«Όταν ο προϋπολογισμός σου είναι τόσο στενός ώστε εξετάζεις περικοπές στα επιδόματα θέρμανσης των ηλικιωμένων, τότε γίνεται δυσκολότερο να δικαιολογήσεις τη διοχέτευση δισεκατομμυρίων σε έναν μακρινό πόλεμο» αναφέρει ο βρετανός πρώην διπλωμάτης και οικονομικός Σύμβουλος στη Βρετανική Πρεσβεία στη Μόσχα, Ίαν Πράουντ.
Στην ανάλυσή του στο Responsible Statecraft, o Πράουντ υπογραμμίζει το μοιραίο σφάλμα του Στάρμερ να «καταστήσει τον εαυτό του ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια στις φιλοδοξίες του Τραμπ να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία, ευθυγραμμιζόμενος με τους Ευρωπαίους που έχουν την ίδια άποψη».
Ο Πράουντ εκτιμά ότι ο Μπέρναμ θα διαπιστώσει γρήγορα ότι δεν διαθέτει τα χρήματα για να διορθώσει τις δημόσιες υπηρεσίες, να διπλασιάσει τις αμυντικές δαπάνες και να συνεχίσει να χρηματοδοτεί έναν πόλεμο στην Ουκρανία που δεν μπορεί να κερδηθεί. «Αντιμετωπίζει επίσης τεράστια δυσκολία να πείσει το κόμμα του ότι η ευθυγράμμιση με την κυβέρνηση Τραμπ για την ειρήνη στην Ευρώπη είναι η σωστή προσέγγιση, τόσο πολιτικά όσο και δημοσιονομικά».
Απειλή από τα δεξιά
Την ίδια στιγμή ο Μπέρναμ έχει να αντιμετωπίσει το ανερχόμενο και ολοένα ισχυρότερο, δεξιό κόμμα Reform. «Για να υπερκεράσει το Reform, ο Μπέρναμ θα πρέπει να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη του κοινού ότι η κυβέρνηση βελτιώνει τη ζωή των απλών Βρετανών, εν μέσω συνεχιζόμενης αύξησης της μετανάστευσης, κρίσης κόστους ζωής και επιδημίας εγκλημάτων με μαχαίρι» υπογραμμίζει ο Πράουντ και σημειώνει πως ο ηγέτης του Reform Party, Νάιτζελ Φάρατζ, «είναι κοντά στον Τραμπ και περνά τον περισσότερο χρόνο του μιλώντας για τις προκλήσεις της εσωτερικής πολιτικής, κάτι που εμφανώς έχει απήχηση στους απλούς ψηφοφόρους».
Παράλληλα, στο ζήτημα της Ουκρανίας ο Στάρμερ βρέθηκε στη μεγαλύτερη απόσταση από τον αμερικανό πρόεδρο, επιμένοντας ότι το Κίεβο μπορούσε να κερδίσει τον πόλεμο κατά της Ρωσίας, υπενθυμίζει ο Πράουντ.«Ενώ ο Τραμπ προσπάθησε να διαμορφώσει τον σκελετό μιας ειρηνευτικής συμφωνίας μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, ο Στάρμερ απέρριψε εξαρχής το βασικό της στοιχείο, το σύνθετο ζήτημα των εδαφικών παραχωρήσεων».
Για τον ίδιο όμως, ο Μπέρναμ θα διαπιστώσει γρήγορα ότι σε κάτι πρέπει να υποχωρήσει. «Δεν μπορεί να διορθώσει τις παρακμασμένες δημόσιες υπηρεσίες στη Βρετανία, να διπλασιάσει τις αμυντικές δαπάνες και να συνεχίσει να στηρίζει έναν πόλεμο στην Ουκρανία που δεν μπορεί να κερδηθεί. Οι αριθμοί δεν βγαίνουν ποτέ».
Έτσι, για τον Πράουντ, εάν αναλάβει ο Μπέρναμ, θα έχει ένα σύντομο παράθυρο ευκαιρίας για να επανευθυγραμμιστεί με την Αμερική προς όφελος της ειρήνης στην Ευρώπη. Πιστεύει ότι οι τάσεις της βρετανικής εσωτερικής πολιτικής «δείχνουν ότι αυτό μπορεί να τον βοηθήσει να ανακτήσει τη δημοτικότητα των Εργατικών απέναντι στην ορμητική άνοδο του Φάρατζ, ενώ ταυτόχρονα θα αποφέρει τις τόσο αναγκαίες εξοικονομήσεις».
Παρόλα αυτά, αμφιβάλλει εάν το Εργατικό Κόμμα θα δεχθεί καθόλου αυτή την ιδέα. «Η περίοδος χάριτος του Μπέρναμ ίσως αποδειχθεί τόσο σύντομη όσο και η άνοδός του στην εξουσία».
Πηγή: in.gr

