Κόσμος

Όταν η γεωπολιτική νικά το περιβάλλον

Όταν η γεωπολιτική νικά το περιβάλλον

Η κλιματική αλλαγή, αν και αποτελεί τη σημαντικότερη απειλή για τον πλανήτη, επισκιάζεται και τελικά υποβαθμίζεται στον δημόσιο διάλογο όταν κυριαρχούν γεωπολιτικές και οικονομικές κρίσεις, ενεργειακή ανασφάλεια και ένοπλες συγκρούσεις.

Η τρέχουσα συγκυρία δεν αποτελεί εξαίρεση. Η καθημερινή αύξηση στην τιμή του πετρελαίου, η αναστάτωση που προκαλεί ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ στον ενεργειακό εφοδιασμό και οι παρατεταμένοι πόλεμοι – θερμοί και ψυχροί – τείνουν να επιβάλουν την προτεραιοποίηση των άμεσων αμυντικών και ενεργειακών αναγκών, καθυστερώντας τη μακροπρόθεσμη επένδυση στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Η ιεράρχηση προτεραιοτήτων απαιτεί ωστόσο να διαχωρίσουμε το επείγον από το σημαντικό. Η κλιματική αλλαγή δεν είναι ένα παροδικό φαινόμενο όπως οι υπόλοιπες κρίσεις, οι οποίες κορυφώνονται και στη συνέχεια υποχωρούν ή εκτονώνονται σε κάτι άλλο. Οπως τονίζει εμφατικά η επιστήμη, η κλιματική αλλαγή είναι ένα φαινόμενο με διάρκεια, το οποίο θα το βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας. Είναι ένα φαινόμενο που απαιτεί επειγόντως να περιορίσουμε δραστικά τα αίτια, δηλαδή τις ανθρωπογενείς εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Δεδομένου ότι τα ορυκτά καύσιμα αντιπροσωπεύουν περίπου το 70-75% αυτών των εκπομπών, η γρήγορη απεξάρτηση από αυτά καθίσταται κάθε μέρα που περνάει όλο και πιο επιτακτική.

Η απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα καθυστερεί

Το 2023 η διεθνής κοινότητα δεσμεύτηκε συλλογικά να προχωρήσει στην ταχεία απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα. Η δέσμευση αυτή συνοδεύτηκε από σαφείς στόχους για τον τριπλασιασμό της παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές έως το 2030 και τον διπλασιασμό του ετήσιου ρυθμού αύξησης της εξοικονόμησης ενέργειας.

Γρήγορα όμως το διεθνές σκηνικό άλλαξε δραματικά. Αναζωπυρώθηκε ο σκεπτικισμός για την κλιματική αλλαγή, επιβλήθηκαν δασμοί, κλιμακώθηκαν οι εμπορικές διαφορές, πολλαπλασιάστηκαν οι ένοπλες συγκρούσεις, με αποτέλεσμα να αλλάξει το τοπίο ως προς τη διαδικασία εφαρμογής της Συμφωνίας του Παρισιού. Η προώθηση της κλιματικής δράσης και η επίτευξη συναίνεσης σχετικά με κρίσιμα σημεία παρεμποδίστηκαν κατά πολύ. Η COP 29 και ακόμα περισσότερο η COP 30 αποτύπωσαν εμφατικά τη νέα πραγματικότητα.

Η τελευταία παγκόσμια διάσκεψη για το κλίμα ολοκληρώθηκε χωρίς να καταλήξει σε μια κομβική απόφαση για τα ορυκτά καύσιμα, πράγμα το οποίο οδήγησε την προεδρεύουσα Βραζιλία να προτείνει μια εναλλακτική λύση: τη διαμόρφωση ενός οδικού χάρτη υπό την καθοδήγηση της Προεδρίας. Λίγο αργότερα, η Κολομβία και η Ολλανδία ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να οργανώσουν μια διάσκεψη γι’ αυτό το κρίσιμο θέμα.

Από τις 24 έως τις 29 Απριλίου 2026, εκπρόσωποι 57 κρατών που αντιπροσωπεύουν πάνω από το μισό παγκόσμιο ΑΕΠ, 30% του παγκόσμιου πληθυσμού και 20% της παγκόσμιας παραγωγής ορυκτών καυσίμων, συγκεντρώθηκαν στη Σάντα Μάρτα της Κολομβίας για να συζητήσουν πρακτικές λύσεις, εφαρμόσιμες και επιστημονικά τεκμηριωμένες. Οι συμμετέχοντες διαμόρφωσαν ένα σχέδιο που εστιάζει σε κρίσιμα σημεία της μετάβασης, όπως τη διακυβέρνηση, την κοινωνική δικαιοσύνη, την πολιτική βούληση και συνεργασία, τη χρηματοδότηση. Δεσμεύτηκαν να διαμορφώσουν εθνικούς οδικούς χάρτες για τη γρήγορη απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και να συναντηθούν εκ νέου το 2027 για να συζητήσουν την πρόοδο εφαρμογής τους. Η Γαλλία ήταν η πρώτη χώρα που ετοίμασε τον δικό της οδικό χάρτη, ενώ την οργάνωση της επόμενης διάσκεψης ανέλαβαν από κοινού το Τοβαλού με την Ιρλανδία.

Σε αυτόν τον συνασπισμό «πρόθυμων» κρατών, τα οποία αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορεί να υπάρξουν αξιόπιστες λύσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής χωρίς την απεξάρτηση από τον άνθρακα, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, δεν συμμετέχουν ωστόσο εκείνοι που φέρουν το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης, οι μεγαλύτεροι ρυπαντές: οι ΗΠΑ και η Κίνα.

Παρότι το μερίδιο εκπομπών των ΗΠΑ έχει συρρικνωθεί, η δράση τους έχει σημασία λόγω των υψηλών εκπομπών ανά κάτοικο και του προβαδίσματος στην τεχνολογία. Η επάνοδος των αρνητών της κλιματικής αλλαγής στην ηγεσία της χώρας έχει ωστόσο προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση. Από τη διαγραφή επιστημονικών δεδομένων και τις περικοπές της χρηματοδότησης στην έρευνα για το κλίμα εντός της χώρας, τη δεύτερη αποχώρηση από τη Συμφωνία του Παρισιού και την ενίοτε πιεστική παρότρυνση διαφόρων χωρών να προχωρήσουν σε εξορύξεις ορυκτών καυσίμων, ο πρόεδρος Τραμπ επιδιώκει με κάθε τρόπο να αποδυναμώσει την κλιματική δράση.

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι, σε σχέση με την προηγούμενη θητεία, αυτήν τη φορά έχει μια πιο επιθετική και ανατρεπτική προσέγγιση. Και όλες οι ενδείξεις μαρτυρούν ότι αυτό θα συνεχιστεί. Εχει ήδη πείσει ορισμένες χώρες να επενδύσουν σε νέες εξορύξεις ορυκτών καυσίμων και σε υποδομές για την προώθηση του αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου. Ενδεχομένως να προχωρήσει περισσότερο εξαρτώντας τις «φιλικές» σχέσεις από την υποστήριξη των απόψεών του για το κλίμα.

Αυτή η επιθετική πολιτική, και ιδίως η ευθυγράμμιση με την αμερικανική βιομηχανία ορυκτών καυσίμων, θα καθυστερήσει τη μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας. Ωστόσο αυτό δεν θα διαρκέσει για πολύ.

Η Κίνα, παρότι κατέχει την πρώτη θέση στις παγκόσμιες εκπομπές, ουδέποτε αμφισβήτησε την επιστήμη της κλιματικής αλλαγής. Ούτε υποστήριξε το επιχείρημα ότι η μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας θα επιβαρύνει την οικονομία της. Το αντίθετο συνέβη. Είδε από νωρίς την καθαρή (πράσινη) τεχνολογία ως τη βιομηχανία του 21ου αιώνα και επένδυσε σε αυτήν. Παράλληλα όμως εξακολουθεί να επενδύει και σε εξορύξεις ορυκτών καυσίμων και φαίνεται ότι δεν θέλει να δεσμευτεί σε ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την απομάκρυνσή τους.

Η Ευρώπη βρίσκεται ένα βήμα μπροστά

Μέχρι σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ) έχει αναπτύξει το πλέον ολοκληρωμένο σχέδιο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τη μετάβαση σε ένα περισσότερο βιώσιμο οικονομικό πρότυπο, το οποίο και επικαιροποιεί σε τακτικά διαστήματα επαληθεύοντας σταθερά την εμπιστοσύνη της στην επιστήμη.

Η ΕΕ έχει ήδη μειώσει τις εκπομπές της κατά 40% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, χωρίς να σταματήσει να αναπτύσσεται. Οι μεγαλύτερες μειώσεις συνδέονται με την παραγωγή ενέργειας, τη βιομηχανία (κυρίως τον τομέα του σιδήρου και του χάλυβα) και τις κατοικίες. Οι μέχρι σήμερα πολιτικές και επενδύσεις έχουν αποδώσει καρπούς, αποδεικνύοντας ότι η ανάπτυξη και η ευημερία δεν συνδέονται κατ’ ανάγκη με την αύξηση των εκπομπών. Συνέβαλε βεβαίως και το γεγονός ότι υπήρχε υψηλός βαθμός πολιτικής συναίνεσης και ότι η κλιματική αλλαγή ήταν εκτός του πεδίου των πολιτικών συζητήσεων στο εσωτερικό των κρατών μελών.

Οι πρόσφατες εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έδειξαν, για άλλη μία φορά, πόσο εύθραυστη μπορεί να είναι η ενεργειακή ασφάλεια που στηρίζεται στα ορυκτά καύσιμα. Εχοντας αντιληφθεί ότι η απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα θα οδηγήσει σταδιακά σε ενεργειακή αυτονομία και λιγότερες εξαρτήσεις, η ΕΕ αναθεώρησε προσφάτως τον Ευρωπαϊκό Κλιματικό Νόμο, προσθέτοντας έναν νέο στόχο μείωσης των εκπομπών για το 2040: 90% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990. Παραμένει ο στόχος που τέθηκε το 2019 με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, να καταστεί η Ευρώπη η πρώτη κλιματικά ουδέτερη ήπειρος με μηδενικές εκπομπές έως το 2050.

Παρά την έντονη πολιτικοποίηση των «πράσινων» πολιτικών τα τελευταία χρόνια, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί παραμένουν προσηλωμένοι στην επίτευξη των στόχων της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας. Μετά την υιοθέτηση της απαραίτητης νομοθεσίας («Fit for 55»), η προσοχή τώρα στρέφεται στην εφαρμογή. Αυτήν τη φορά απαιτείται όμως μεγαλύτερη προσπάθεια και καίριες αλλαγές σε τομείς όπως οι μεταφορές, τα κτίρια, η βιομηχανία, οι χρήσεις γης. Ο στόχος των μηδενικών εκπομπών άνθρακα μπορεί να συνδυαστεί με τον οικονομικό μετασχηματισμό της Ευρώπης, μέσα από την ανάδειξη τεχνολογικών πλεονεκτημάτων που θα τη βοηθήσουν να ανταγωνιστεί άλλες χώρες. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ανανέωση της πολιτικής συναίνεσης, οι σταθερές επενδύσεις και η συντονισμένη δράση σε όλους τους τομείς. Αυτό απαιτεί τη στενή συνεργασία των κρατών μελών στην υλοποίηση των αναγκαίων μέτρων και πολιτικών ώστε να επιτευχθεί ο συλλογικός ευρωπαϊκός στόχος.

Ελλάδα: Πρωτοπόρος ή ουραγός;

Στις 24 Φεβρουαρίου 2026 η Ελλάδα και οι ΗΠΑ μαζί με άλλα επτά κράτη μέλη της ΕΕ (Βουλγαρία, Κροατία, Λιθουανία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία και Σλοβακία) και τέσσερις υποψήφιες χώρες (Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Μολδαβία, Σερβία και Ουκρανία) υπέγραψαν μια κοινή δήλωση για την ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στην Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη. Είχε προηγηθεί, στις αρχές Νοεμβρίου 2025, η κοινή ανακοίνωση Ελλάδας – ΗΠΑ για την ενίσχυση των υποδομών φυσικού αερίου σε όλη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Ο υπουργός Ενέργειας και ο υπουργός Εσωτερικών των ΗΠΑ μαζί με τον έλληνα Πρωθυπουργό γιόρτασαν τότε τον νέο ρόλο της Ελλάδας ως στρατηγικού σημείου εισόδου για το αμερικανικό φυσικό αέριο.

Πρόκειται, ωστόσο, για μια ανησυχητική εξέλιξη για την κλιματική δράση, με εκτεταμένες συνέπειες για την Ευρώπη, η οποία τώρα διακινδυνεύει να ανταλλάξει την εξάρτησή της από τη ρωσική ενέργεια με την εξάρτησή της από το αμερικανικό LNG, υπονομεύοντας τόσο τους κλιματικούς της στόχους όσο και τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή ασφάλεια. Ευθυγραμμιζόμενη με το όραμα της Ουάσιγκτον για τα ορυκτά καύσιμα, η Ελλάδα φαίνεται να υποχωρεί από τις διεθνείς δεσμεύσεις της περί ταχείας απομάκρυνσης από τα καύσιμα αυτά, μια στροφή που έχει συνέπειες όχι μόνο για τη χώρα, καθώς επηρεάζει την ατζέντα της ΕΕ αλλά και την παγκόσμια ατζέντα για το κλίμα.

Δεν ήταν όμως πάντα έτσι τα πράγματα. Το 2019, ο τότε νεοεκλεγείς Πρωθυπουργός της Ελλάδας Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε στη Σύνοδο Κορυφής του ΟΗΕ για το Κλίμα το τέλος του λιγνίτη μέχρι το 2028, μια τολμηρή ρήξη με ένα καύσιμο που τροφοδοτούσε την ανάπτυξη της χώρας για επτά δεκαετίες. Η δέσμευση δεν ήταν κενή ρητορική: η παραγωγή λιγνίτη έχει έκτοτε μειωθεί κατά 76%, ενώ η παραγωγή ανανεώσιμων πηγών ενέργειας υπερδιπλασιάστηκε, από 9,4 TWh στις αρχές του 2019, σε 20,7 TWh το 2025.

Σύντομα, η Ελλάδα έγινε πρωτοπόρος στην ευρύτερη περιοχή, ενθαρρύνοντας έτσι χώρες όπως η Ουγγαρία, η Πορτογαλία, η Ρουμανία και η Βόρεια Μακεδονία να αναθεωρήσουν τα σχέδιά τους για την απομάκρυνση από τον άνθρακα. Πρωτοπόρος ήταν και στις πολιτικές δίκαιης μετάβασης, δημιουργώντας το πρώτο Εθνικό Ταμείο της ΕΕ από έσοδα του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ) και εξασφαλίζοντας έγκαιρη έγκριση για τα Εδαφικά Σχέδια Δίκαιης Μετάβασης.

Ωστόσο, παρά την αρχική δυναμική, το φυσικό αέριο ανέλαβε μεγαλύτερο ρόλο στην ελληνική οικονομία από απλό «μεταβατικό καύσιμο» στην πορεία προς την κλιματική ουδετερότητα. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνεται εμφατικά στο επικαιροποιημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ 2024), το οποίο αύξησε τους εθνικούς στόχους για το φυσικό αέριο για το 2030, ενώ μείωσε το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τον στόχο περιορισμού εκπομπών για το 2040.

Μετά τις αμερικανικές εκλογές τον Νοέμβριο του 2024 και την έναρξη της δεύτερης θητείας του προέδρου Τραμπ, η ενεργειακή πολιτική της Ελλάδας μετατοπίστηκε περαιτέρω και η χώρα ανέλαβε πιο ενεργό ρόλο στην επιβράδυνση της διεθνούς δράσης για το κλίμα.

Ο έλληνας Πρωθυπουργός φαίνεται ότι επηρέασε τη στάση του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (το οποίο έχει μια δυναμική παρουσία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με 188 έδρες επί συνόλου 720) υποστηρίζοντας τον «κανόνα ενός στόχου» (δηλαδή η ΕΕ θέτει ένα ανώτατο όριο εκπομπών και τα κράτη μέλη επιλέγουν τα δικά τους μονοπάτια), ενθαρρύνοντας παράλληλα τις επενδύσεις στο φυσικό αέριο. Η συνάντηση των ηγετών του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος στο Βερολίνο τον Ιανουάριο του 2025 κατέληξε σε μια θέση που αντικατοπτρίζει αυτή την προσέγγιση, ζητώντας την κατάργηση τμημάτων του προγράμματος «Fit for 55», απορρίπτοντας μέτρα όπως η υποχρέωση ανακαίνισης κατοικιών και παρουσιάζοντας την πολιτική της ΕΕ για το κλίμα ως απειλή για την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας.

Επιπλέον, η Ελλάδα έπαιξε κεντρικό ρόλο στην αναβολή της απόφασης του πρώτου παγκοσμίως περιβαλλοντικού φόρου άνθρακα σε ρυπογόνα πλοία, ο οποίος θα χρηματοδοτούσε καθαρές τεχνολογίες και αποζημιώσεις για κλιματικές καταστροφές. Το Πλαίσιο Μηδενικών Εκπομπών του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού είχε ταξινομήσει το LNG ως ορυκτό καύσιμο, προκαλώντας την έντονη αντίδραση τόσο των ΗΠΑ όσο και της ναυτιλιακής βιομηχανίας.

Η απόφαση δεν εγκρίθηκε τον Οκτώβριο του 2025, με μόλις τρεις ψήφους διαφορά, με την Ελλάδα και την Κύπρο να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διάσπαση του μετώπου των κρατών μελών της ΕΕ. Οι τεχνικές συνομιλίες για το θέμα αυτό συνεχίζονται εντός του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού και θα καθορίσουν αν το Πλαίσιο Μηδενικών Εκπομπών θα ανακτήσει ορμή ενόψει της αποφασιστικής συνόδου τον Νοέμβριο του 2026 ή θα σταματήσει υπό την πίεση των υποστηρικτών των ορυκτών καυσίμων.

Η Ελλάδα συνέβαλε και στην αποδυνάμωση του κλιματικού στόχου της ΕΕ για το 2040. Ευθυγραμμιζόμενη με τα κράτη μέλη που τηρούν συντηρητική στάση ως προς την κλιματική αλλαγή, υποστήριξε αφενός την καθυστέρηση κατά ένα έτος του νέου Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ 2), και αφετέρου μια πιο αργή σταδιακή κατάργηση των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών στις ενεργοβόρες βιομηχανίες από το 2028 και εξής, υπονομεύοντας τις μειώσεις εκπομπών της ΕΕ.

Την ώρα που οι παγκόσμιοι ηγέτες συγκεντρώνονταν στη Βραζιλία για την ετήσια διάσκεψη για το κλίμα τον Νοέμβριο του 2025, η Ελλάδα ανακοίνωσε την πρώτη υπεράκτια γεώτρηση εδώ και 40 χρόνια: μια κοινοπραξία με μία από τις μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες ορυκτών καυσίμων. Ανακοίνωσε επίσης την κατασκευή νέων τερματικών σταθμών LNG για την προμήθεια φυσικού αερίου μέσω του αγωγού «κάθετου διαδρόμου» μέσω Βουλγαρίας, Ρουμανίας και Μολδαβίας προς την Ουκρανία, παρά τους περιβαλλοντικούς και οικονομικούς κινδύνους που αυτό συνεπάγεται. Σε αντίθεση με τους αγωγούς, που προσφέρουν ορισμένη ασφάλεια εφοδιασμού, οι μεταφορές LNG είναι ευάλωτες σε μια ασταθή διεθνή αγορά. Ακόμα κι αν η μακροπρόθεσμη ζήτηση για LNG είναι εγγυημένη από την Ελλάδα και την περιοχή, η προσφορά δεν μπορεί να διασφαλιστεί.

Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής απαιτεί συνεκτική και φιλόδοξη προσέγγιση. Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία δεν αποτελεί εμπόδιο για την ανταγωνιστικότητα ή την απασχόληση. Είναι απαραίτητη για την προστασία του κλίματος και της οικονομικής βιωσιμότητας. Η Ευρώπη και ιδιαίτερα η Μεσόγειος συνιστούν, σύμφωνα με τους επιστήμονες, «θερμά σημεία» της κλιματικής αλλαγής, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θερμαίνονται πιο γρήγορα από άλλες περιοχές.

Τα αιφνίδια και ακραία καιρικά φαινόμενα που εκδηλώνονται πλέον συχνότερα και με μεγαλύτερη ένταση και διάρκεια, οι ξηρασίες, οι καύσωνες, οι πλημμύρες, οι πυρκαγιές προκαλούν τεράστιες καταστροφές και επηρεάζουν την υγεία και την ασφάλεια, τους υδάτινους πόρους, τις υποδομές, ενισχύουν τη μετακίνηση πληθυσμών και δοκιμάζουν σοβαρά τις αντοχές των εθνικών οικονομιών. Το κόστος της υποχώρησης από τους κλιματικούς στόχους θα είναι πολύ υψηλότερο από εκείνο της υλοποίησής τους.

Είναι σαφές ότι η υλοποίηση των διεθνών και ευρωπαϊκών δεσμεύσεων αλλά και η επίτευξη των στόχων του Εθνικού Κλιματικού Νόμου συνδέονται άρρηκτα με τη γρήγορη απεξάρτηση όχι μόνο από τον άνθρακα, αλλά και από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Το να «κλειδώσουμε» τη χώρα σε νέες υποδομές ορυκτών καυσίμων αφενός αντίκειται στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, αφετέρου είναι ένα σχέδιο οικονομικά ασύμφορο. Τέτοιες υποδομές σύντομα θα καταστούν λανθάνοντα περιουσιακά στοιχεία και θα απαιτούνται υψηλότατες επενδύσεις, ώστε να μετατραπούν για πιο πράσινες χρήσεις. Επιπλέον, το βαρύ περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί, καθώς σημαίνει πολλά και επιβαρυντικά για εμάς και, ιδίως, τις επόμενες γενιές. Οι σχετικές αποφάσεις δεν έχουν μόνο (γεω)πολιτική ή οικονομική βαρύτητα, αλλά και μια εξόχως ηθική διάσταση, εφόσον φαίνεται ότι θα κληροδοτήσουν ένα ακόμη χρέος στις επόμενες γενιές.

Με τις εθνικές εκλογές να είναι προγραμματισμένες λίγο πριν η Ελλάδα αναλάβει την προεδρία της ΕΕ το 2027 (κατά τη διάρκεια της οποίας αναμένεται να υιοθετηθούν σημαντικές πράξεις εφαρμογής της πρόσφατης ευρωπαϊκής νομοθεσίας για το κλίμα, όπως π.χ. για τον Κανονισμό για το Μεθάνιο), ο επόμενος Πρωθυπουργός θα αντιμετωπίσει μια καθοριστική δοκιμασία: να ευθυγραμμιστεί περαιτέρω με τα συμφέροντα των ορυκτών καυσίμων ή να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της Ελλάδας ως προς το ζήτημα του κλίματος. Αυτό που θα επιλέξει θα έχει αντίκτυπο πολύ πέρα από τη Αθήνα – αφορά την Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο.

Πηγή: tanea.gr

ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΤΡΟ
Στην αίθουσα του Περιφερειακού Συμβουλίου πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση βράβευσης της δράσης «Τα παιδιά μιλούν για τα δικαιώματά τους», που συνδιοργάνωσαν η Περιφέρεια Θεσσαλίας, η Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης, η UNICEF και το Κέντρο για τα Δικαιώματα του Παιδιού του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Οι μαθητές παρουσίασαν δράσεις και δημιουργίες με επίκεντρο τα δικαιώματα του παιδιού, με τα νήπια να πραγματοποιούν μια συμβολική διαδήλωση για το δικαίωμα στο παιχνίδι, τη μόρφωση και την ειρήνη, ενώ οι...
OPINION ZONE

γράφει
Παπαϊωάννου Στέργιος

THINK TANK

1. Πόσα από τα έργα που ανακοινώθηκαν επανειλημμένα από την Περιφέρεια Θεσσαλίας έχουν ολοκληρωθεί, ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα υλοποίησής τους και ποια μετρήσιμα αποτελέσματα έχουν αποδώσει στους πολίτες;

2. Γιατί η Περιφερειακή Αρχή δίνει τόσο μεγάλη έμφαση στην επικοινωνία, στις συσκέψεις και στις δημόσιες ανακοινώσεις, χωρίς να συνοδεύονται πάντοτε από αντίστοιχη δημόσια λογοδοσία για την πρόοδο ή την αποτυχία των εξαγγελιών;

3. Μπορεί η διοίκηση Κουρέτα να παρουσιάσει συγκεκριμένα παραδείγματα προβλημάτων που καταγράφηκαν στο "πεδίο", επιλύθηκαν πλήρως και δεν χρειάστηκε να επανεμφανιστούν σε μεταγενέστερα δελτία τύπου ως εκκρεμότητες;