Πολιτική

Νέα Δημοκρατία: Από το «Μένουμε Ευρώπη» στο «δεν θα μας πουν αυτοί πώς θα κυβερνήσουμε»

Νέα Δημοκρατία: Από το «Μένουμε Ευρώπη» στο «δεν θα μας πουν αυτοί πώς θα κυβερνήσουμε»

Οι απαντήσεις Πλεύρη-Γεωργιάδη στους εισηγητές του ΟΗΕ είναι η πολλοστή φορά που στελέχη της Νέας Δημοκρατίας απαντούν περιφρονητικά στις έξωθεν επικρίσεις, προερχόμενες από την Ευρώπη ή παραπέρα.

Ήταν Ιούλιος του 2020, καταμεσής του υποτυπώδους καλοκαιρινού «ανοίγματος» μεταξύ των lockdown, όταν η είδηση ότι ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης ως υπουργός Προστασίας του Πολίτη, ο τότε υπουργός Μετανάστευσης Νότης Μηταράκης και ο αναπληρωτής του, Γιώργος Κουμουτσάκος, παρέστησαν στην Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών του Ευρωκοινοβουλίου προκειμένου να απαντήσουν στις καταγγελίες που συσσωρεύτηκαν στην Ευρώπη για τη διεξαγωγή παράνομων επαναπροωθήσεων κατά μεταναστών από τις ελληνικές αρχές.

Οι τόνοι ανέβηκαν πολλάκις στη συγκεκριμένη συζήτηση με τους εκπροσώπους της ελληνικής κυβέρνησης, οι οποίοι κατηγορήθηκαν μεταξύ άλλων για ακροδεξιά πολιτική στο μεταναστευτικό και για άρνηση της πραγματικότητας. Από την πλευρά τους, οι Χρυσοχοΐδης, Κουμουτσάκος και Μηταράκης υπεραμύνθηκαν της πολιτικής της Ελλάδας και έκαναν λόγο για “fake news” – ακόμα και μπροστά στην ομολογία του επικεφαλής της Frontex, μέσα στην ίδια συνεδρίαση, για διεξαγωγή επαναπροώθησης.

Το πιο ενδιαφέρον απ’ όλα όμως ήταν το συμπέρασμα που έβγαλαν οι συμμετέχοντες ευρωβουλευτές για τη διάθεση της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. «Δεν θέλουν να απαντήσουν, αυτό είναι το πολιτικό συμπέρασμα της συνεδρίασης» απεφάνθη τότε ο πρόεδρος της Επιτροπής, Χουάν Φερνάντο Λόπεζ Αγκιλάρ.

Ήταν μάλλον η πρώτη πράξη μιας μακράς και κλιμακούμενης πορείας που καταλήγει στα προχθεσινά εμπρηστικά τουίτ με τα οποία ο Άδωνις Γεωργιάδης και ο Θάνος Πλεύρης απάντησαν στις επικρίσεις των εισηγητών του ΟΗΕ.

Οι διεθνείς οργανισμοί που έγιναν «ΜΚΟ»

Από τα χρόνια του μνημονίου, η Ελλάδα βρέθηκε σε μία κακή θέση στον δείκτη Ελευθερίας του Τύπου που καταρτίζουν ετησίως οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα. Το αρνητικό ρεκόρ το έσπασε το 2014, όταν βούλιαξε στη θέση 99 μεταξύ 180 χωρών. Από το 2015 άρχισε μία πορεία σταδιακής ανάκαμψης, που ξανανέβασε τη χώρα στη θέση 65. Από εκεί, ιδίως στη βάση του σκανδάλου της Λίστας Πέτσα και της δολοφονίας του Γιώργου Καραϊβάζ, άρχισε μια καθίζηση εκ νέου, σπάζοντας ξανά το αρνητικό ρεκόρ με τη θέση 108 το 2022.

Τα επόμενα χρόνια, οι διεθνείς οργανισμοί που ασχολούνται με την Ελευθερία του Τύπου, ο ένας μετά τον άλλον, άρχισαν να διαπιστώνουν ότι υπάρχει ένα ενδημικό και μάλλον συστημικό πρόβλημα με τα ΜΜΕ στην Ελλάδα. Από το Συμβούλιο της Ευρώπης, μέχρι το Διεθνές Ινστιτούτο Τύπου, δεν ήταν λίγες οι φορές που υπήρξαν παρεμβάσεις από το εξωτερικό για τα κακώς κείμενα στο θέμα, ενώ κοινή φάνηκε να είναι η διαπίστωση ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι κατ’ ελάχιστον απρόθυμη να επιδιορθώσει την κατάσταση.

Ο τόνος της κυβερνώσας παράταξης απέναντι σε αυτή τη γραμμή κριτικής, δόθηκε εξαρχής από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη. Όταν ρωτήθηκε για τις αρνητικές επιδόσεις της χώρας σε συζήτηση στο Πανεπιστήμιο Τζόρτζταουν των ΗΠΑ, χαρακτήρισε τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα μια «γαλλική ΜΚΟ» – περιγραφή τεχνικά σωστή, η οποία όμως υποβιβάζει κατά πολύ το διεθνές στάτους ενός οργανισμού που υπάρχει από το 1985, που έχει συνδράμει δημοσιογράφους σε επικίνδυνες συνθήκες στο έδαφος και που αναγνωρίζεται διεθνώς ως ο κατ’ εξοχήν διεθνής φορέας εκπροσώπησης της δημοσιογραφικής ελευθερίας.

Η πρώτη εχθρός της χώρας στην Ευρώπη

Ο Νίκος Ανδρουλάκης και η Σόφι Ιντ Βελντ ( Alexandros Michailidis / SOOC)

Μέχρι τη γνωριμία της χώρας με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την επικεφαλής της Λάουρα Κοβέσι με την αποκάλυψη του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ το 2025, δεν είχε υπάρξει άλλο πρόσωπο στην «Ενωμένη Ευρώπη» που να παρουσιάζεται σε τόσο μεγάλο βαθμό ως ταγμένος εχθρός της χώρας μας από την Ολλανδή ευρωβουλεύτρια Σόφι Ιντ Βελντ.

Το «ατόπημά» της ήταν ότι ευρισκόμενη στο τιμόνι της επιτροπής PEGA του ευρωκοινοβουλίου που καταπιάστηκε με το ζήτημα των παράνομων λογισμικών παρακολούθησης, έφερε στις Βρυξέλλες την υπόθεση του Predator ως ζήτημα πανευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, πιέζοντας για την ανεξάρτητη και ανεμπόδιστη διερεύνηση των στοιχείων που έδειχναν χρήση του από την υπαγόμενη στο Μέγαρο Μαξίμου από το 2019, ΕΥΠ.

Την ίδια περίοδο, οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα μπλέχτηκαν σε έναν πόλεμο ανακοινώσεων με την ελληνική κυβέρνηση, η οποία επιχείρησε να υποβαθμίσει τη μεθοδολογία αξιολόγησης της ελευθερίας του Τύπου στη χώρα, με μάλλον έωλους ισχυρισμούς.

Η κατάσταση κλιμακώθηκε περαιτέρω το 2024 με το ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου που εξέφραζε ανησυχία για την κατάσταση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα, συνοψίζοντας όλα τα ζητήματα που είχαν ανοίξει: την ελευθερία του Τύπου, τις παράνομες επαναπροωθήσεις, τα κατασκοπευτικά λογισμικά, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και τη διαφθορά.

Στη σχετική συζήτηση στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η Σόφι Ιντ Βελντ δέχτηκε την επίθεση της ευρωβουλεύτριας της ΝΔ, Άννας-Μισέλ Ασημακοπούλου, η οποία είπε ότι «κάποιοι εμμονικά επιμένουν να δυσφημούν την Ελλάδα για προσωπικό όφελος».

Αντίστοιχα, την ίδια περίοδο, κυβερνητικά στελέχη δήλωναν -ανώνυμα- ότι «για έβδομη φορά η γνωστή σε όλους εμμονική και πολιτικά υποκινούμενη ομάδα ευρωβουλευτών που συκοφαντεί συστηματικά και με κάθε ευκαιρία την Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έφερε και πάλι προς ψήφιση ένα κατάπτυστο ψήφισμα για το κράτος δικαίου και την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης στην Ελλάδα» (Political, 10/2/2024).

Στις ευρωεκλογές του 2024, δε, τα πιο ακραιφνώς φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης πανηγύρισαν το γεγονός ότι η Σόφι Ιντ Βελντ δεν πέτυχε την επανεκλογή της στο Ευρωκοινοβούλιο, προωθώντας μάλιστα τη θεωρία ότι οι Ολλανδοί εκλογείς την «τιμώρησαν» για αυτά που είχε κάνει κατά της Ελλάδας(!).

Η «δικαιοσύνη Τσαουσέσκου»

Η Λάουρα Κοβέσι στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών 2026 (Angelos Zymaras / SOOC)

Φαινόταν απίθανο να υπάρξει πρόσωπο που θα κατάφερνε να συγκεντρώσει περισσότερους κυβερνητικούς μύδρους από την Ολλανδή ευρωβουλεύτρια, μέχρι του σημείου που η χώρα θα αναγκαζόταν να έχει μία δυσάρεστη γνωριμία με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Για την ακρίβεια, η γνωριμία δεν ξεκίνησε καθόλου άσχημα. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) κόμισε τα στοιχεία για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ στις ελληνικές αρχές και τήρησε στάση αναμονής για μήνες, μέχρι του σημείου που επέλεξε να αντιμετωπίσει τη διαφαινόμενη ολιγωρία στη διαδικασία διερεύνησης του ζητήματος με ένα δελτίο Τύπου· ήταν η στιγμή που η ελληνική κοινή γνώμη συστήθηκε με την επικεφαλής της EPPO, Λάουρα Κοβέσι.

Χάρη στις τακτικές παρεμβάσεις της για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και των πολλαπλών ζητημάτων πιθανού ποινικού ενδιαφέροντος που αυτή εμπεριέχει, η Κοβέσι, αλλά και η εντεταλμένη της ΕΡΡΟ στην Αθήνα, Πόπη Παπανδρέου, βρέθηκαν να συγκεντρώνουν όλο και πιο συχνά τα βέλη των εκπροσώπων της κυβερνώσας παράταξης.

Κι ενώ αυτό το θεάρεστο έργο φάνηκε να επιτελείται στην αρχή κυρίως από τα ανώνυμα τρολ που δείχνουν μία προτίμηση στη Νέα Δημοκρατία, με τη νέα δικογραφία που κατέφθασε στα τέλη του Μαρτίου, εμπλέκοντας 13 πολιτικά πρόσωπα, οι επιθέσεις άρχισαν να γίνονται πιο επιφανείς και επώνυμες.

Την αρχή έκανε η Σοφία Βούλτεψη, ανιχνεύοντας τις προθέσεις της Ευρωπαίας Εισαγγελέα στα… παιδικά της χρόνια στην κομμουνιστική Ρουμανία. «Εγώ δεν θέλω δικαιοσύνη Τσαουσέσκου στην Ελλάδα», δήλωσε χαρακτηριστικά η κα. Βούλτεψη. «Όταν έπεσε το καθεστώς Τσαουσέσκου είχε 500.000 σεκουριτάτες (η Κρατική Υπηρεσία Ασφαλείας) και είχε και τα παιδιά να ρουφιανεύουν τους γονείς τους μέσα στο σπίτι τους. Αυτά δεν φεύγουν από μέσα σου. Αυτοί οι 500.000 κάπου πήγανε, κάπου χωθήκανε»

Τη σκυτάλη πήρε από εκεί ετοιμοπόλεμος ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο οποίος στο Φόρουμ των Δελφών δήλωσε ότι «όσο μας επιτρέπει ακόμα η κα. Κοβέσι, θα έχουμε Δημοκρατία». Μέσα σε έναν μόλις μήνα, οι τόνοι του υπουργού Υγείας θα ανέβαιναν περαιτέρω, φτάνοντας στα τέλη του Μαΐου να δηλώνει αυτολεξεί σχολιάζοντας την επιστολή διαμαρτυρίας της κας. Κοβέσι προς την Κομισιόν ότι «θα γίνει ρεζίλι».

Στο μεταξύ, ο Χαράλαμπος Αθανασίου μίλησε για «κατάχρηση εξουσίας», ενώ ο Μάκης Βορίδης αποκάλεσε την κα. Κοβέσι «δικαστικό […] που καταχωρήθηκε ως πολιτικός». Η δε φιλοκυβερνητική εφημερίδα Manifesto, έντυπο που φάνηκε εξαρχής της κυκλοφορίας του να χαίρει κρατικής χρηματοδότησης και που φιλοξενούσε στέλεχος του Γραφείου Τύπου του Μαξίμου ως αρθρογράφο, μόνο τον τελευταίο μήνα έχει αφιερώσει πέντε πρωτοσέλιδα στην Λάουρα Κοβέσι και κάποια ακόμα στη βασική μάρτυρα της EPPO, Παρασκευή Τυχεροπούλου.

Ως φαίνεται, οι απαντήσεις του Άδωνι Γεωργιάδη και του Θάνου Πλεύρη στις ανησυχίες των εισηγητών του ΟΗΕ για την κατάσταση του Κράτους Δικαίου στην Ελλάδα, ακολουθούν ένα εντεινόμενο κλίμα αμφισβήτησης των φορέων της διεθνούς τάξης που αξιολογούν και εποπτεύουν τη δημοκρατία και τη διαφάνεια.

Εδώ η στρατηγική που άρχισε να ακολουθεί πριν έξι χρόνια η ελληνική κυβέρνηση, φαίνεται να συναντάται με την κοινή πολιτική καταγωγή των δύο υπουργών, η οποία μάλλον αναζωογονείται μέσα από τη διάθεση αμφισβήτησης -αν όχι διάλυσης- των διεθνών θεσμών που εμφορείται από την Ουάσινγκτον. Και η αντίθεση με τις φιλοευρωπαϊκές κορώνες της εν λόγω παράταξης στα χρόνια του Μνημονίου είναι μάλλον χτυπητή.

Πηγή: in.gr

ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΤΡΟ
Η συνάντηση της Αγροδιατροφικής Σύμπραξης Θεσσαλίας με τη διοίκηση του ΣΒΘΣΕ στον Βόλο επιβεβαίωσε τη βούληση για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου μοντέλου συνεργασίας που θα συνδέει παραγωγή, μεταποίηση, logistics και γαστρονομία, ενισχύοντας την ιχνηλασιμότητα και τη διαμόρφωση μιας ενιαίας αγροδιατροφικής ταυτότητας για τη Θεσσαλία. Στο πλαίσιο αυτό, πραγματοποιήθηκαν επισκέψεις στην εταιρεία Centaur, με διεθνή δραστηριότητα στον τομέα της ασφάλειας τροφίμων, καθώς και στο πρότυπο...
THINK TANK

1. Πόσα από τα έργα που ανακοινώθηκαν επανειλημμένα από την Περιφέρεια Θεσσαλίας έχουν ολοκληρωθεί, ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα υλοποίησής τους και ποια μετρήσιμα αποτελέσματα έχουν αποδώσει στους πολίτες;

2. Γιατί η Περιφερειακή Αρχή δίνει τόσο μεγάλη έμφαση στην επικοινωνία, στις συσκέψεις και στις δημόσιες ανακοινώσεις, χωρίς να συνοδεύονται πάντοτε από αντίστοιχη δημόσια λογοδοσία για την πρόοδο ή την αποτυχία των εξαγγελιών;

3. Μπορεί η διοίκηση Κουρέτα να παρουσιάσει συγκεκριμένα παραδείγματα προβλημάτων που καταγράφηκαν στο "πεδίο", επιλύθηκαν πλήρως και δεν χρειάστηκε να επανεμφανιστούν σε μεταγενέστερα δελτία τύπου ως εκκρεμότητες;