Του Χάρη Φλουδόπουλου
Η αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών πετρελαίου και η προοπτική σταδιακής εξομάλυνσης στην αγορά καυσίμων δημιουργούν προσδοκίες ότι το επόμενο διάστημα θα αρχίσει να γίνει ακόμη πιο ορατή στην αντλία η υποχώρηση των τιμών. Ωστόσο, στελέχη της αγοράς πετρελαίου επισημαίνουν ότι η μετάδοση των χαμηλότερων διεθνών τιμών στη λιανική δεν θα είναι άμεση, καθώς μεσολαβεί χρονική υστέρηση περίπου ενός μήνα μέχρι να περάσει η νέα τιμή του αργού σε όλη την αλυσίδα: αγορά, μεταφορά, διύλιση, διανομή και ανανέωση αποθεμάτων.
Το βασικό ερώτημα για την αγορά είναι ποια θα είναι η μεσομακροπρόθεσμη επίπτωση της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ. Η απάντηση που δίνουν πηγές της ενεργειακής αγοράς είναι ότι το σημερινό σύστημα είναι πολύ διαφορετικό σε σχέση με το παρελθόν. Η μεγάλη αλλαγή έχει συντελεστεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες από παραγωγή περίπου 5,5 εκατ. βαρελιών ημερησίως πριν από μερικά χρόνια έχουν φτάσει πλέον κοντά στα 20 εκατ. βαρέλια την ημέρα. Αυτό έχει αλλάξει ριζικά τη γεωγραφία των ροών και τη θέση των ΗΠΑ απέναντι στην κρίση στον Περσικό Κόλπο.
Στο παρελθόν, σημαντικές ποσότητες πετρελαίου που περνούσαν από το Ορμούζ κατευθύνονταν προς τις ΗΠΑ. Σήμερα, οι ροές αυτές είναι σχεδόν μηδενικές, της τάξης των 500.000 βαρελιών ημερησίως, με το μεγαλύτερο μέρος να κατευθύνεται πλέον προς την Ασία και κυρίως προς Κίνα και Ινδία. Αυτό σημαίνει ότι η αμερικανική αγορά είναι πολύ λιγότερο εκτεθειμένη σε σχέση με το παρελθόν, ενώ η Ασία είναι ο βασικός αποδέκτης των κραδασμών.
Παράλληλα, ένα σημαντικό μέρος των ποσοτήτων που περνούσαν από τα Στενά του Ορμούζ έχει ήδη βρει ή μπορεί να βρει εναλλακτικές οδεύσεις. Μέσω αγωγών από τη Σαουδική Αραβία και εξαγωγικών υποδομών εκτός των Στενών, ένα τμήμα της ροής συνεχίζει να φτάνει στις διεθνείς αγορές. Έτσι, το δυνητικό πρόβλημα δεν αφορά το σύνολο των 18-20 εκατ. βαρελιών ημερησίως που σχετίζονται με την περιοχή, αλλά ένα μικρότερο πραγματικό έλλειμμα, το οποίο εκτιμάται στην περιοχή των 6-9 εκατ. βαρελιών ημερησίως.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η αγορά δεν θεωρεί πιθανό ένα σενάριο ανεξέλεγκτης ανόδου του πετρελαίου, ανεξάρτητα από την οριστικοποίηση της συμφωνίας ΗΠΑ Ιράν. Ακόμη και εάν υπάρξει νέα γεωπολιτική επιδείνωση, το Brent μπορεί να κινηθεί ξανά προς τα 90-95 δολάρια το βαρέλι. Ωστόσο, το όριο των 100 δολαρίων θεωρείται δύσκολο να διασπαστεί σταθερά, εφόσον δεν υπάρξει πλήρης και παρατεταμένη διακοπή των ροών.
Διαφορετική είναι η εικόνα στο LNG και στο φυσικό αέριο. Σε αντίθεση με το πετρέλαιο, η αγορά φυσικού αερίου δεν έχει τον ίδιο βαθμό παγκοσμιοποίησης και ευελιξίας. Το LNG που διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ αφορά κυρίως ποσότητες από το Κατάρ, το οποίο αντιπροσωπεύει περίπου το 18%-19% της παγκόσμιας παραγωγής LNG. Εδώ δεν υπάρχουν αντίστοιχες εναλλακτικές οδεύσεις, όπως συμβαίνει με μέρος του πετρελαίου. Γι’ αυτό και οι επιπτώσεις στο φυσικό αέριο είναι πιο έντονες και πιο δομικές.
Πηγές της αγοράς σημειώνουν ότι το TTF αντέδρασε πολύ πιο έντονα στην κρίση, καθώς από επίπεδα κοντά στα 30 ευρώ/MWh κινήθηκε προς την περιοχή των 50-60 ευρώ/MWh. Η αιτία είναι ότι το φυσικό αέριο έχει υψηλότερο κόστος μεταφοράς, απαιτεί ειδικές υποδομές υγροποίησης και επαναεριοποίησης και δεν μπορεί να ανακατευθυνθεί με την ίδια ευκολία όπως το πετρέλαιο.
Σημαντικός είναι και ο ρόλος του ιρανικού αργού. Το Ιράν παράγει περίπου 2,7-2,8 εκατ. βαρέλια ημερησίως, με προοπτική αύξησης των εξαγωγών εφόσον υπάρξει άρση ή χαλάρωση των κυρώσεων. Ωστόσο, η αγορά θεωρεί ότι ακόμη και σε ένα θετικό σενάριο, η επιστροφή πρόσθετων ποσοτήτων δεν θα γίνει άμεσα. Θα απαιτηθούν χρόνος, επενδύσεις και σταθερό πολιτικό πλαίσιο. Για τα ελληνικά διυλιστήρια, το ιρανικό αργό ήταν στο παρελθόν σημαντική πηγή προμήθειας, ωστόσο οι μεγάλες επενδύσεις αναβάθμισης έχουν αυξήσει σημαντικά την ευελιξία τους, επιτρέποντας την επεξεργασία διαφορετικών ποιοτήτων αργού.
Στην ελληνική αγορά, οι επιπτώσεις της κρίσης αποτυπώθηκαν στις τιμές λιανικής. Η μέση τιμή της αμόλυβδης κινήθηκε από περίπου 1,75 ευρώ το λίτρο πριν από την ένταση της κρίσης έως και πάνω από τα 2,15 ευρώ το λίτρο, ενώ το πετρέλαιο κίνησης έφτασε κοντά στο 1,90 ευρώ το λίτρο. Η τάση πλέον είναι πτωτική, όμως η αποκλιμάκωση θα εξαρτηθεί από τη διατήρηση των διεθνών τιμών σε χαμηλότερα επίπεδα και από τη σταδιακή ανανέωση των αποθεμάτων.
Την ίδια στιγμή, η υποχώρηση των τιμών των προϊόντων, δηλαδή της βενζίνης και του ντίζελ, φαίνεται ότι εξελίσσεται ταχύτερα από την υποχώρηση του αργού. Αυτό σημαίνει ότι το επόμενο διάστημα θα υπάρξουν πιέσεις στα περιθώρια διύλισης, καθώς η διαφορά μεταξύ τιμών προϊόντων και τιμής αργού περιορίζεται. Πηγές της αγοράς διύλισης σημειώνουν ότι η αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών των πετρελαϊκών προϊόντων μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε ζημιογόνες περιόδους για τα διυλιστήρια, ιδίως εάν οι τιμές των τελικών προϊόντων συνεχίσουν να υποχωρούν ταχύτερα από το κόστος προμήθειας του αργού.
Παρά τις βραχυπρόθεσμες πιέσεις, η εκτίμηση της αγοράς είναι ότι εφόσον διατηρηθεί η γεωπολιτική ηρεμία και οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου παραμείνουν κοντά στα σημερινά επίπεδα, θα υπάρξει σταδιακή αποκλιμάκωση και στις λιανικές τιμές καυσίμων. Ωστόσο, η επίδραση αυτή δεν είναι άμεση. Μεσολαβεί χρονική υστέρηση περίπου ενός μήνα, καθώς απαιτείται χρόνος για την επεξεργασία του αργού, τη μεταφορά των προϊόντων και την ανανέωση των αποθεμάτων σε όλη την αλυσίδα εφοδιασμού.
Στελέχη του κλάδου υπογραμμίζουν ότι η προτεραιότητα των διυλιστηρίων παραμένει η αδιάλειπτη τροφοδοσία της αγοράς, ακόμη και όταν αυτό συνεπάγεται αυξημένο εμπορικό ρίσκο. Η εμπειρία προηγούμενων κρίσεων, όπως η περίοδος της πανδημίας αλλά και οι έντονες διακυμάνσεις της αγοράς την προηγούμενη δεκαετία, έχει δείξει ότι η κερδοφορία της διύλισης παραμένει άμεσα συνδεδεμένη με τον κύκλο των διεθνών τιμών και τη δυναμική προσφοράς και ζήτησης στις παγκόσμιες αγορές καυσίμων.
Πηγή: capital.gr

