Λίγο προτού ολοκληρωθεί η σύνοδος της G7 στο Εβιάν και ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε ό,τι μπορούσε προκειμένου όχι μόνο να υπερασπιστεί, αλλά και να παρουσιάσει ως προσωπικό του θρίαμβο το μνημόνιο κατανόησης στο οποίο έχουν καταλήξει Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν, αμερικανός αξιωματούχος έδωσε στη δημοσιότητα ένα κείμενο 14 σημείων που, όπως ισχυρίστηκε, περιλαμβάνει επακριβώς όλα όσα έχουν συμφωνήσει και πρόκειται να υπογράψουν οι δύο πλευρές. Πρόκειται, επί της ουσίας και παρά τις όποιες φραστικές διαφορές, για κείμενο ταυτόσημο με εκείνο που είχε κυκλοφορήσει από το πρωί και σε αρκετά δυτικά ΜΜΕ (Bloomberg, Reuters κ.λπ.), μετά την αποκάλυψή του από το Al Arabiya.
Αξίζει να σημειωθεί ότι μιλώντας στο πλαίσιο της G7 ο πρόεδρος των ΗΠΑ προειδοποίησε ότι δεν θα διστάσει να ξαναρχίσει να ρίχνει βόμβες αν η Τεχεράνη δεν τηρήσει τα συμφωνηθέντα. Δημιούργησε, επίσης, σύγχυση όσον αφορά τον χρόνο υπογραφής του μνημονίου, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο αυτό να μη γίνει την Παρασκευή στη Γενεύη, αλλά είτε να επισπευσθεί είτε και να μετατεθεί για την ερχόμενη εβδομάδα.
«Μέχρι στιγμής, τα σχέδιά μας για τη συνάντηση δεν έχουν αλλάξει (…) Μία από τις ιδέες είναι (η υπογραφή του μνημονίου) να γίνει από τους προέδρους των δύο χωρών, κάτι που εξετάζεται», δήλωσε από την πλευρά του ο εκπρόσωπος Τύπου του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών. Ο Τραμπ δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στον ρόλο που διαδραμάτισαν Ρωσία και Κίνα στη διάρκεια αυτής της κρίσης. Κατά την τελική συνέντευξη Τύπου, φρόντισε μάλιστα να ευχαριστήσει τόσο τον Σι Τζινπίνγκ όσο και τον Βλαντίμιρ Πούτιν για τη στάση ουδετερότητας που κράτησαν – κι αυτό, παρά τις πληροφορίες και διαρροές ότι οι δύο χώρες βοήθησαν την Τεχεράνη, παρέχοντάς της πληροφορίες για την ακριβή θέση των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή, ώστε να μπορεί να τις πλήττει με τα drones και τους πυραύλους της.
Αισιόδοξα μηνύματα
Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι η συνέχιση του πολέμου θα είχε σοβαρές οικονομικές συνέπειες και ανέδειξε τη διαφωνία του με τον ισραηλινό πρωθυπουργό σχετικά με τους χειρισμούς του στον Λίβανο, σημειώνοντας ότι ο Mπενιαμίν Νετανιάχου θα έπρεπε να είχε υιοθετήσει πιο ήπια προσέγγιση. Διαβεβαίωσε δε πως θα συζητήσει με τους ηγέτες των χωρών του Κόλπου για το πυραυλικό οπλοστάσιο του Ιράν και τους εντολοδόχους της Τεχεράνης στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Κι αυτό, ενώ η Χεζμπολάχ πανηγύρισε για τη συμφωνία – η οποία αναφέρεται ρητά στη διακοπή των εχθροπραξιών στον Λίβανο – κάνοντας λόγο για «τεράστια νίκη».
Στο μεταξύ, βεβαίως, τα πρώτα αποτελέσματα από τις εξελίξεις στις διαπραγματεύσεις είναι εμφανή σε επίπεδο οικονομίας: ιρανικά δεξαμενόπλοια εξήλθαν ήδη από τη ζώνη αποκλεισμού, ενώ οι τιμές του πετρελαίου έχουν αποκλιμακωθεί σημαντικά από τα επίπεδα που είχαν φτάσει κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης. Ακόμη κι έτσι, ωστόσο, η εικόνα απέχει πολύ από την κανονικότητα, η οποία δύσκολα θα επιστρέψει προτού προχωρήσουν οι συνομιλίες για την τελική συμφωνία και οι δύο πλευρές ανοίξουν τα χαρτιά τους.
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς είχε παραδεχθεί νωρίτερα χθες ότι το μνημόνιο κατανόησης δεν είναι παρά ένα «πολύ γενικό έγγραφο». Ο δε Μπράιαν Κατούλις, ερευνητής του think tank Middle East Institute, σχολίασε ότι το κείμενο μοιάζει με «ελβετικό τυρί» εξαιτίας των πολλών κενών που θα πρέπει να καλυφθούν, καθώς πολλά από τα δυσκολότερα ζητήματα θα αφεθούν για διαπραγμάτευση σε δεύτερη φάση, αφότου πέσουν οι υπογραφές.
Η σύγκριση με Ομπάμα
Αρκετοί σημειώνουν, πάντως, ότι η μεγαλύτερη πολιτική πρόκληση για τον Τραμπ δεν βρίσκεται πλέον ούτε στο Ορμούζ ούτε στις αγορές πετρελαίου. Βρίσκεται στη σύγκριση με τον Μπαράκ Ομπάμα και τη συμφωνία που αυτός είχε υπογράψει με το Ιράν το 2015, από κοινού με την Ομάδα των 5. Oπως σημειώνουν οι «Financial Times», επικριτές του διερωτώνται αν οι παραχωρήσεις προς την Τεχεράνη στο πλαίσιο της φερόμενης συμφωνίας άξιζαν τέσσερις μήνες πολέμου, δισεκατομμύρια δολάρια σε κόστος, την αποδυνάμωση των αμερικανικών αποθεμάτων οπλισμού και τις τριβές με συμμάχους. Ο ίδιος ο Ομπάμα υποστήριξε ότι οποιαδήποτε τελική συμφωνία δύσκολα θα διαφέρει ουσιαστικά από τη δική του, ενώ πρώην στελέχη της κυβέρνησής του τονίζουν ότι η σημερινή διαπραγμάτευση είναι ακόμη πιο δύσκολη, καθώς το Ιράν διαθέτει πλέον πολύ μεγαλύτερα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου και ισχυρότερα διαπραγματευτικά χαρτιά.
Eτσι κι αλλιώς, ο Τραμπ είναι πλέον αναγκασμένος να επικεντρώσει την προσοχή του στο εσωτερικό μέτωπο, όπου οι αντιδράσεις είναι πολλές, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου πλησιάζουν με βήμα ταχύ.
Αποκωδικοποιώντας τη συμφωνία
- ΗΠΑ και Ιράν ρίχνουν όλο το βάρος στο σταδιακό άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, ώστε να αποκατασταθεί η είσοδος και έξοδος των πλοίων με ασφάλεια.
- Γίνεται ρητή αναφορά στον «άμεσο και μόνιμο τερματισμό του πολέμου σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου» – κάτι που προσπάθησε με κάθε τρόπο να αποφύγει το Ισραήλ, επαναλαμβάνοντας σε όλους τους τόνους ότι δεν δεσμεύεται.
- Η άρση των αμερικανικών και λοιπών διεθνών κυρώσεων εις βάρος της Τεχεράνης, καθώς και η απελευθέρωση των «παγωμένων» ιρανικών κεφαλαίων θα προχωρούν σταδιακά, σε συνδυασμό με την εφαρμογή των προβλέψεων του μνημονίου. Επίσης, οι ΗΠΑ θα λάβουν μέτρα για την επανάληψη των εξαγωγών ιρανικού πετρελαίου.
- Οι δύο πλευρές δεσμεύονται στον σεβασμό της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας η μία της άλλης, απέχοντας παράλληλα από κάθε ανάμειξη στα εσωτερικά της.
- Η Τεχεράνη δεσμεύεται ρητά ότι δεν θα παράγει ή θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικά όπλα, ενώ «η τύχη του εμπλουτισμένου υλικού και όλων των άλλων αμοιβαία συμφωνηθέντων ζητημάτων που σχετίζονται με τα πυρηνικά, συμπεριλαμβανομένων των πυρηνικών αναγκών του Ιράν, θα αντιμετωπιστούν επαρκώς σε μια τελική συμφωνία».
- Μέχρι την τελική συμφωνία, «το Ιράν θα διατηρήσει το status quo στο πυρηνικό του πρόγραμμα και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επιβάλουν νέες κυρώσεις στο Ιράν ούτε θα ενισχύσουν τις δυνάμεις τους στην περιοχή».
- Γίνεται λόγος για ανοικοδόμηση και ανάπτυξη του Ιράν, με τη συνδρομή των ΗΠΑ και των περιφερειακών τους εταίρων. Για τον λόγο αυτό, μάλιστα, τονίζεται ότι θα δημιουργηθεί μια «δεξαμενή» τουλάχιστον 300 δισ. δολαρίων.
- Με την υπογραφή του μνημονίου ξεκινά μια περίοδος διαπραγματεύσεων 60 ημερών με στόχο μια τελική συμφωνία, ενώ το διάστημα μπορεί να παραταθεί κατόπιν αμοιβαίας συναίνεσης. Η τελική συμφωνία, όταν και εφόσον επιτευχθεί, θα εγκριθεί μέσω δεσμευτικού ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.
Πηγή: tanea.gr

